Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Μοναδιαίο Κόστος Εργασίας & Ανάπτυξη


Ξεκινώντας με τον ορισμό , το μοναδιαίο κόστος εργασίας εκφράζει το κόστος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή ενός προϊόντος εκφρασμένο σε μία νομισματική μονάδα ΑΕΠ και υπολογίζεται ως o λόγος δύο παραγόντων.O αριθμητής του κλάσματος αποτελείται από το μέσο εργασιακό κόστος (συνολική αμοιβή εργασίας προς τον αριθμό εργαζομένων), ενώ στον παρονομαστή έχουμε το παραγόμενο προϊόν ανά απασχολούμενο .Συνήθως, αντί του παραπάνω λόγου χρησιμοποιούμε τον δείκτη του λόγου που εκφράζει τη μεταβολή του στον χρόνο, με σκοπό τον εντοπισμό των σχετικών μεταβολών στην ανταγωνιστικότητα μεταξύ διαφορετικών χωρών. Σε αυτό λοιπόν το σημείο θα ήταν διαφωτιστικότερη μια ψύχραιμη διερεύνηση του κεφαλαίου ανταγωνιστικότητα. Κάποια από τα ερωτήματα που εγείρονται αφορούν τον τρόπο υπολογισμού της ανταγωνιστικότητας καθώς επίσης και τον/τους τύπους που την ορίζουν εφόσον υπάρχουν.


Στο παρακάτω διάγραμμα απεικονίζεται το ονομαστικό μοναδιαίο κόστος εργασίας της γερμανικής και της ελληνικής οικονομίας, καθώς και ο μέσος όρος των τριών μεσογειακών χωρών της ΕΕ (Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία), όπως παρουσιάζονται στις συνεχείς γραμμές στο Διάγραμμα. Παρατηρούμε πως το μοναδιαίο κόστος εργασίας στην Ελλάδα και τις μεσογειακές χώρες της ΕΕ παρέμενε έως και το 2007 περίπου χαμηλότερο του αντίστοιχου γερμανικού. Μετά το 2007, η ταχύτατη ενίσχυση του μοναδιαίου κόστους εργασίας στην Ελλάδα και τις μεσογειακές χώρες σηματοδοτεί την επικαλούμενη απώλεια ανταγωνιστικότητας σε σχέση με τη Γερμανία.









Ωστόσο, θα πρέπει να δούμε ότι το Ελληνικό Μοναδιαίο Κόστος Εργασίας υπό την πίεση κυρίως της ανεργίας μειώνεται σημαντικά (Ελληνική Πραγματικότητα στο Διάγραμμα). Αυτή η μείωση παρατηρείται πολύ πριν την παρέμβαση στο ζήτημα του εργατικού μισθού στον ιδιωτικό τομέα. Κάναμε όμως ένα πείραμα (το Ελληνικό Πείραμα στο Διάγραμμα). Υποθέσαμε, κρατώντας όλα τα άλλα δεδομένα σταθερά, ότι στην Ελλάδα το 2009 είχαμε 0% ανάπτυξη αντί του πραγματικού -3,2%. Το 2010 είχαμε -0,5% αντί του πραγματικού -3,5% και το 2011 -0,5% αντί του πραγματικού -6,5%. Το 2012 βάλαμε +0,5% αντί του προβλεπόμενου -3,8% και το 2013 +1% έναντι -0,5% του προβλεπόμενου. Δηλαδή υποθέσαμε ότι την περίοδο 2009-2013 είχαμε μία ελαφρά ύφεση αντί της καταστροφής που συνέβη.

Τι συνέβη στον Δείκτη Ανταγωνιστικότητας; Γίναμε σχεδόν ανταγωνιστικότεροι της Γερμανίας. Γιατί το Μοναδιαίο Κόστος Εργασίας εξαρτάται και από το παραγόμενο προϊόν. Το ίδιο ακριβώς θα συνέβαινε και εάν, π.χ., συμπεριλαμβάναμε την παραοικονομία στους υπολογισμούς του παραγόμενου προϊόντος κρατώντας μάλιστα τους πραγματικούς υφεσιακούς ρυθμούς μεγέθυνσης. Επομένως ο ρυθμός ανάπτυξης μετράει και όχι μόνο το εργασιακό κόστος.

Ωστόσο αν θέλουμε να δούμε την πραγματική αιτία που οδήγησε την Ελλάδα στην σημερινή δινή θεσή που βρίσκεται θα πρέπει να ξεκινήσουμε από το 2000, χρονιά κατά την οποία η χώρα άρχισε να παρουσιάζει ελλείματα στο ΙΤΣ( Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών) και το οποίο αποτέλεσε την βασική αιτία καταβαράθρωσης της ελληνικής ανταγωνιστικότητας. Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα ιστορικά εμφανίζει ελλείματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, όμως στην περίπτωση μας το έλλειμα οδήγησε σε αύξηση του εξωτερικού χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ από μόλις 40% το 2001 σε περίπου 85% το 2009, με την κορύφωση να σημειώνεται το 2012 που άγγιξε το 235,7%!! Ταυτόχρονα η ανταγωνιστικότητα ως προς τις τιμές παρουσίασε κατακόρυφη πτώση της τάξεως του 31% κατά την περίοδο του 2009 ως άμεσο επακόλουθο των συνεχών ελλειμάτων στο ΙΤΣ με αποκορύφομα το 14,9% του ΑΕΠ το 2008.

Σε αυτό το σημείο όμως θα πρέπει να κάνουμε και μια αναφορά στο αναπτυξιακό μοντέλο που ακολουθούσε η χώρα μας για πάνω από 25 χρόνια και το οποίο ουσιαστικά άφησε απροστάτευτη την ελληνική οικονομία μπροστά στην οικονομική λαίλαπα που εμφανίστηκε το 2008.. Συγκεκριμένα η ανάπτυξη προήλθε κυρίως από την πλευρά της ζήτησης, με αποτέλεσμα η συνολική εγχώρια ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών να υπερβαίνει επί σειρά ετών το δυνητικό συνολικό προιόν της ελληνικής οικονομίας. Κάπως έτσι λοιπόν άρχισαν να δημιουργούνται τα περίφημα ελλείματα τα οποία βέβαια προς χάρην του ισοσκελισμένου προυπολογισμού καλύπτονταν μέσω εξωτερικού δανεισμού, γεγονός που συνέβαλε και στην περαιτέρω επιδείνωση της ήδη αρνητικής επενδυτικής θέσης της χώρας. Όταν λοιπόν επί μακρό χρονικό διάστημα ο εξωτερικός δανεισμός χρηματοδοτεί καταναλωτικές δαπάνες, τότε αναπόφευκτα στο μέλλον θα ακολουθήσει μια περίοδος όπου η κατανάλωση θα χρειαστεί να υπολλείπεται του εισοδήματος προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα τοκοχρεωλύσια του εξωτερικού χρέους. Χαρακτηριστικά είναι τα παρακάτω στοιχεία:





Πώς η διατηρήσιμη ανάπτυξη συνδέεται με την ανταγωνιστικότητα




Δεν είναι λίγες οι φορές που η έννοια της ανταγωνιστηκότητας έχει επικριθεί ότι εμφανίζει τις εμπορικές συναλλαγές ως πεδίο σφοδρής σύγκρουσης μεταξύ των χωρών, παραδοχή που έρχεται σε αντίθεση με την γενικότερη οικονομική θεωρία που διακυρήτει ότι από το διεθνές εμπόριο κερδισμένες βγαίνουν όλες οι χώρες που συμμετέχουν σ' αυτό. Συνεπώς η βελτίωση των μακροοικονομικών επιδόσεων μιας οικονομίας μέσω ενίσχυσης της ανταγωνιστηκότητας ανάγεται εν τέλει σε ζήτημα βελτίωσης της συνολικής παραγωγικότητας, δηλαδή της παραγωγικότητας τόσο της εργασίας όσο και του κεφαλαίου. Η σταθερή και βιώσιμη ανάπτυξη καθίσταται εφικτή μόνο με κεντρικό και καλά σχεδιασμένο προσανατολισμό της παραγωγής κυρίως προς τα εμπορεύσιμα αγαθά αντί των μη εμπορευσίμων.

Ωστόσο όντας και λειτουργώντας μέσα σε μια νομισματική ένωση τα περιθώρια ελιγμών και οι εναλλακτικές πολιτικές για την τόνωση της ανταγωνιστηκότητας περιορίζονται σημαντικά, καθιστώντας τις στοχευμένες πολιτικές παρεμβάσεις μονόδρομο. Αφού εξ' ορισμού η βελτίωση της ανταγωνιστηκότητας τιμών/κόστους δεν μπορεί να προέλθει από μονομερή υποτίμηση του νομίσματος,αλλά μόνο από την βελτίωση του σχετικού κόστους και των σχετικών περιθωρίων κέρδους σε σύγκριση με τις υπόλοιπες περιοχές της ένωσης. Για να αντιληφθούμε τις παραπάνω γραμμές ας λάβουμε υπόψην μας ότι το εισόδημα από εργασία αποτελεί περίπου το 70% του συνολικού εθνικού εισοδήματος, συνεπώς η πορεία των μισθών είναι ζωτικής σημασίας για την διασφάλιση της ευελιξίας ως προς το κόστος. Ταυτόχρονα ο εξορθολογισμός των κανόνων ως προς τις προσλήψεις και τις απολύσεις (π.χ βλέπε το θέμα των αποζημιώσεων) θα ενισχύσει την ευελιξία προσαρμογής του εγχώριου κόστους και των τιμών στις ευκαιρίες και στους περιορισμούς που προκύπτουν από την συμμετοχή σε μια νομισματική ένωση όπως είναι αυτή του ευρώ.

Χωρίς την εξασφάλιση αυτής της ευελιξίας, όλες οι διαρθρωτικές αλλαγές που προωθούνται και απαιτούνται μέσω των μνημονίων για την ισχυρή και σταθερή ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας θα επιφέρουν επιδείνωση της ανεργίας και ταυτόχρονα ένα πλήθος αναξιοποίητων ευκαιριών παραγωγικής απασχόλησης.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου