Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Μοναδιαίο Εργατικό Κόστος. Μύθοι και αλήθειες

        Η μείωση του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα καθώς και ο αποκεφαλισμός του 13ου και 14ου μισθού πραγματώθηκαν πρωτίστως λόγω της χαμηλής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Χαμηλή ανταγωνιστικότητα σημαίνει ότι τα ελληνικά προϊόντα είναι ακριβά για την ποιότητά τους και γι’ αυτό το λόγο δε μπορούν να ανταγωνιστούν τις τιμές και την ποιότητα ξένων προϊόντων, άρα δε μπορούν να πουληθούν στις ξένες αγορές.
 Έτσι οι επιχειρήσεις προβαίνουν σε μαζικές απολύσεις, γεγονός που ωθεί το κόστος τους προς τα κάτω με λογικό επακόλουθο τη μείωση των τιμών των προϊόντων και των υπηρεσιών τους. Όμως, δεν  είναι λίγοι οι ένθερμοι υποστηρικτές αυτής της εσφαλμένης άποψης. Αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Γιατί όμως εσφαλμένη ; Γιατί σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ οι παράγοντες που προσδιορίζουν την ανταγωνιστικότητα των χωρών της υφηλίου, με βάση τους δώδεκα πυλώνες που έχει καθιερώσει, δεν είναι ούτε ένας, ούτε δύο, ούτε τρεις  αλλά 113! Με άλλα λόγια, το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας είναι πολυπαραγοντικό και όχι μονοδιάστατο, όπως θέλουν να μας κάνουν να πιστεύουμε. Ένας πολύ σημαντικός παράγων ανάμεσα στους 113, πέρα από το μισθολογικό κόστος, είναι η παραγωγικότητα[1]
Καταρρίπτοντας τον μύθο
Ας θέσουμε κάποια ερωτήματα :
1) Πώς υπολογίζεται αυτή η ανταγωνιστικότητα τέλος πάντων;
2) Εφ’ όσον η ανταγωνιστικότητα ορίζεται από κάποιον μαθηματικό τύπο, είναι ο ορισμός αυτός μοναδικός ή υπάρχουν και άλλοι διαφορετικοί τύποι που να την ορίζουν;
3) Όταν μιλάμε για ανταγωνιστικότητα, δεν θα έπρεπε να ορίσουμε και το ποιους λαμβάνουμε σαν ανταγωνιστές, ως προς τους οποίους και αυτή υπολογίζεται;
 Ας πούμε λοιπόν, λίγα λόγια για το πώς ορίζεται η ανταγωνιστικότητα. Σύμφωνα με ένα διαδεδομένο ορισμό, και θα διαπιστώσετε το γιατί, η ανταγωνιστικότητα ορίζεται ως το αντίστροφο του Μοναδιαίου Κόστους Εργασίας (unit labor cost), το οποίο με τη σειρά του ορίζεται ως:
 Ο λόγος του κόστους εργασίας ανά εργαζόμενο, (μισθός + εισφορές), ως προς τον αριθμό μονάδων προϊόντος ανά εργαζόμενο, δηλαδή την παραγωγικότητα της εργασίας[2] του. Ουσιαστικά, το μοναδιαίο κόστος εργασίας είναι το κόστος σε ευρώ για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος. Όπως βλέπουμε λοιπόν στον παράγοντα ανταγωνιστικότητα υπεισέρχονται οι εξής συνιστώσες:
1.μισθολογικό κόστος
2.μη-μισθολογικό κόστος
3.παραγωγικότητα της εργασίας
4.συναλλαγματική ισοτιμία σε δολάρια, όταν πρόκειται για εξαγωγές σε χώρες με διαφορετικό νόμισμα, έτσι ώστε να υπάρχει κοινό μέτρο σύγκρισης στο μισθολογικό κόστος.
 Βάσει του ορισμού αυτού είναι φανερό ότι το μισθολογικό κόστος δεν είναι το μοναδικό που μπορεί να πειραχτεί, όπως διάφοροι πολιτικοί προσπαθούσαν επί χρόνια να μας πείσουν. Το ότι επικεντρώνονται στο μισθολογικό κόστος, οφείλεται αφ’ ενός στην ιδεολογική τους αφετηρία, εκ της οποίας προκύπτει και ο ορισμός αυτός, και αφ’ ετέρου στο ότι η παραγωγικότητα θα έπαιρνε αρκετό χρόνο για να μεταβληθεί (λογικό, αλλά όχι ακατόρθωτο). Επιπλέον, δεν είναι και πολύ γνωστοί οι λόγοι που κάνουν την παραγωγικότητα μιας χώρας να μεταβάλλεται. Αυτοί μπορεί να είναι είτε εσωτερικοί, στα πλαίσια μιας εταιρίας, π.χ. η  εκπαίδευση των εργαζομένων,  είτε εξωτερικοί, όπως το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τις εργασιακές σχέσεις. Όμως δεν υπάρχει καμιά απόδειξη για το ποιος απ’ αυτούς έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα.
 Από την άλλη πλευρά, υπάρχει και ένας άλλος ορισμός της ανταγωνιστικότητας, ο οποίος είναι ο λόγος της παραγωγικότητας του κεφαλαίου[3] προς το ονομαστικό ποσοστό κέρδους. Με άλλα λόγια, ο παραπάνω ορισμός μας λέει ότι, όταν έχουμε μεγάλο κέρδος, θα έχουμε μικρή ανταγωνιστικότητα, αφού η αύξηση του παρονομαστή θα μειώσει το λόγο (την ανταγωνιστικότητα), ενώ μεγάλη παραγωγικότητα κεφαλαίου σημαίνει αύξηση της ανταγωνιστικότητας.
 Ο πρώτος ορισμός λοιπόν, βάζει στο στόχαστρο της ανταγωνιστικότητας το εργατικό κόστος και την παραγωγικότητα της εργασίας, ενώ ο δεύτερος ορισμός το κέρδος και την αποδοτικότητα του κεφαλαίου. Η πτώση δηλαδή της ανταγωνιστικότητας οφείλεται είτε σε αύξηση του εργατικού κόστους, είτε στη μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας, αφού οδηγεί σε αύξηση του Μοναδιαίου Εργατικού Κόστους (πρώτος ορισμός), είτε λόγω αύξησης ποσοστού κέρδους, που συνεπάγεται υψηλότερους μισθούς, υψηλότερο κόστος, άρα και υψηλότερες τιμές. Τέλος και η πτώση της παραγωγικότητας του κεφαλαίου, οδηγεί σε μείωση της ανταγωνιστικότητας. Διαλέγετε και παίρνετε! Το γιατί επιλέγεται ο πρώτος ορισμός, δεν είναι δύσκολο να το καταλάβουμε, κι αυτό για όσους θεωρούν ότι τα οικονομικά είναι αμόλυντα από ιδεολογικές αναφορές (αναλογιστείτε ότι η οικονομική «επιστήμη» είναι ακόμα στα σπάργανα).
 Κλείνοντας, πρέπει να επισημάνουμε ότι με όποιον ορισμό και να μετρηθεί η ανταγωνιστικότητα, δεν υπάρχει κανένα ιστορικό και εμπειρικό δεδομένο που να συνδέει την ανάπτυξη με τη μείωση του κόστους εργασίας. Ως προς αυτό, υπάρχει το λεγόμενο παράδοξο του Kaldor, σύμφωνα με το οποίο, χώρες οι οποίες μεταπολεμικά επέδειξαν τη μεγαλύτερη αύξηση του εργασιακού κόστους, πήραν επίσης και μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς. Επομένως, η πίστη ότι η ανταγωνιστικότητα θα αυξηθεί με μείωση του μισθού, σε αντίθεση με την αύξηση της παραγωγικότητας, είναι το λιγότερο αφελής και απλοϊκή. Σύμφωνα με τον Kaldor, η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται από τη δυναμική εξέλιξη του μισθού και της παραγωγικότητας. Με απλά λόγια, το παραπάνω σημαίνει ότι ο αυξημένος μισθός θα πρέπει να αντανακλά αυξημένη παραγωγικότητα.
 Θα μπορούσαμε να αναλύσουμε και άλλους σημαντικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας, αλλά αυτό θα ξέφευγε από τους σκοπούς του παρόντος άρθρου.











[1] Η έννοια της παραγωγικότητας αναλύεται στο οικονομικό γλωσσάρι.
[2] Η παραγωγικότητα της εργασίας αναλύεται στο κεφάλαιο παραγωγικότητα.
[3] Η παραγωγικότητα του κεφαλαίου αναλύεται στην ενότητα παραγωγικότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου