Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Οικονομικό Γλωσσάρι

ΑΓΑΘΑ


Τα αγαθά χωρίζονται σε δυο βασικές κατηγορίες : οικονομικά και ελεύθερα.

1)Οικονομικά αγαθά: τα οικονομικά αγαθά είναι αυτά που βρίσκονται σε ανεπαρκείς ποσότητες (στενότητα των πόρων), και η απόκτησή τους απαιτεί κόπους ή και θυσίες. Αυτά μπορεί να είναι είτε υλικά αγαθά ή απλώς αγαθά είτε υπηρεσίες. Αγαθά + υπηρεσίες = προϊόντα. Τα οικονομικά αγαθά διακρίνονται σε δυο υπό- κατηγορίες :
Α)Καταναλωτικά ή άμεσα ή πρώτης ανάγκης.
Β)Παραγωγικά ή έμμεσα ή κεφαλαιουχικά αγαθά (πχ μηχανήματα)


2)Ελεύθερα αγαθά: Είναι αυτά που προσφέρονται σε απεριόριστες ποσότητες σε σχέση με τις ανάγκες των ανθρώπων. Δεν υπόκεινται δηλαδή σε στενότητα.


Υπάρχουν και άλλες υποκατηγορίες αγαθών, μερικές από τις οποίες είναι:

1)κανονικά αγαθά, όπου η αύξηση του εισοδήματος ενός νοικοκυριού, οδηγεί σε αύξηση της ζητούμενης ποσότητας. Πχ χοιρινό κρέας

2)κατώτερα αγαθά, όπου η αύξηση του εισοδήματος, οδηγεί σε μείωση της ζητούμενης ποσότητας τους. Πχ μαργαρίνη

3)συμπληρωματικά αγαθά, όπως η βενζίνη και το αυτοκίνητο


4)υποκατάστατα αγαθά, όπως ο καφές και το τσάι.



ΑΓΟΡΑ



Είναι η διαδικασία η οποία διευκολύνει το εμπόριο και τη διανομή πόρων σε μια κοινωνία, ενώ επιτρέπει σε κάθε εμπορεύσιμο στοιχείο να αξιολογηθεί και να τιμολογηθεί. Για να είναι ανταγωνιστική μια αγορά χρειάζεται να υπάρχουν τουλάχιστον τρία μέλη, ώστε να υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ των δύο, είτε αυτοί είναι αγοραστές είτε πωλητές. Μια αγορά με ένα μόνο πωλητή και πολλούς αγοραστές ονομάζεται μονοπώλιο. Αντιθέτως, μια αγορά με ένα μόνο αγοραστή και πολλούς πωλητές ονομάζεται μονοψώνιο. Και τα δύο αποτελούν ακραία παραδείγματα ατελούς ανταγωνισμού. Στις χώρες με ελεύθερη οικονομία οι αγορές δεν είναι μόνο χώροι συναλλαγών αλλά και κέντρα αποφάσεων. Η κυβέρνηση δεν παρεμβαίνει μέσω επιβολής φόρων, παροχής επιδοτήσεων, επιβολής κατώτατων μισθών, ανώτατης τιμής ή συγκεκριμένων παραγωγικών διαδικασιών. Αντιθέτως οι σημαντικότερες οικονομικές αποφάσεις καθορίζονται από τους νόμους της ζήτησης και της προσφοράς, όσον αφορά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που θα παραχθούν, οι τρόποι παραγωγής τους, ο τρόπος διανομής τους κτλ. Σε αυτού του τύπου τις αγορές, πωλητές με μονοπωλιακή δύναμη ή αγοραστές με μονοψωνιακή , μπορούν να προκαλέσουν στρεβλώσεις στις τιμές της αγοράς κι αυτό να έχει αρνητικές επιπτώσεις τόσο στην κοινωνία όσο και στην αποτελεσματικότητα της  αγοράς. Αντίθετα, στις χώρες που εφαρμόζεται το σύστημα κεντρικού προγραμματισμού, οι αγορές είναι απλώς τόποι διάθεσης των παραχθέντων προϊόντων στους καταναλωτές. Σε αυτές τις κλειστές οικονομίες, θεωρείται ότι η ελεύθερη αγορά δεν μπορεί να αυτορυθμιστεί και συνεπώς χρειάζεται εξωτερικούς παράγοντες να ρυθμίσουν τη δομή της και να λάβουν τις οικονομικές αποφάσεις όσον αφορά την παραγωγική διαδικασία. Αυτές οι αποφάσεις λαμβάνονταν από το κράτος.


ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΟ ΕΓΧΩΡΙΟ ΠΡΟΪΟΝ (ΑΕΠ)

Είναι το σύνολο όλων των προϊόντων (υλικών και άυλων ) που παράχθηκαν μέσα στην επικράτεια μιας χώρας σε διάστημα ενός έτους, εκφρασμένο σε χρηματικές μονάδες, ακόμα και αν μέρος αυτού παράχθηκε από παραγωγικές μονάδες που ανήκουν σε κατοίκους του εξωτερικού. Διαφέρει από το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν γιατί δεν συμπεριλαμβάνει το εισόδημα που απέκτησαν οι κάτοικοι μιας χώρας στο εξωτερικό. Ο τύπος του ΑΕΠ είναι :

ΑΕΠ(GDP) = C + I + G + NX

όπου: (C) κατανάλωση, (Ι) επένδυση, (G) δημόσιες δαπάνες για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών και (ΝΧ) καθαρές εξαγωγές μείον τις εισαγωγές.
Κατανάλωση (consumption) είναι η δαπάνη που πραγματοποιούν τα νοικοκυριά για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών, δηλαδή η συνολική τους κατανάλωση.
Επένδυση (investment) είναι η δαπάνη για την αγορά κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, αποθεμάτων και κτιρίων, συμπεριλαμβανόμενης και της δαπάνης για την αγορά νέων κατοικιών. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται και έξοδα αγοράς άυλων αγαθών, όπως τα έξοδα έρευνας και ανάπτυξης.
Δημόσιες δαπάνες (goverment expenses) είναι οι δαπάνες για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών τις οποίες πραγματοποιούν η τοπική αυτοδιοίκηση, οι κυβερνήσεις των πολιτειών και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση π.χ. αγορά υποβρυχίου για το ναυτικό.
Καθαρές εξαγωγές (net exports) είναι η δαπάνη για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται στην εγχώρια οικονομία και αγοράζονται από αλλοδαπούς (εξαγωγές)
Εισαγωγές (Imports) Είναι το κόστος οποιωνδήποτε αγαθών ή υπηρεσιών όπου ως χώρα κατασκευής δεν είναι η χώρα στην οποία υπολογίζεται το Α.Ε.Π.
Αποπληθωριστής του ΑΕΠ : αριθμοδείκτης που μετρά τις μεταβολές όλων των τιμών των αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται σε μια οικονομία, δηλαδή του ΑΕΠ. Ισούται με το λόγο του ονομαστικού ΑΕΠ στο έτος βάσης προς το ονομαστικό ΑΕΠ στο έτος που έχει επιλεγεί ως βάση επί εκατό.
Μέτρηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος: Υπάρχουν τρεις τρόποι μέτρησης του Α.Ε.Π. : 1. Η μέθοδος της δαπάνης 2. Μέθοδος αμοιβής συντελεστών και 3. Μέθοδος προστιθέμενης αξίας.

Παράδειγμα

Η αξία των τηλεοράσεων που κατασκευάζονται από μια αμερικανική εταιρία στη Γερμανία, όπως μετριέται από την αμοιβή που εισπράττει από την κυβέρνηση της Γερμανίας, υπολογίζεται στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της Γερμανίας, όχι όμως στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν της Γερμανίας, αλλά στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν της Αμερικής. Ομοίως, το μέρος της αξίας των τηλεοράσεων που κατασκευάζονται στις ΗΠΑ, από εταιρία γερμανικών συμφερόντων, υπολογίζεται στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν της Γερμανίας και το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν των ΗΠΑ, όχι όμως στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν των ΗΠΑ.

Μη μετρήσιμα αγαθά / υπηρεσίες

1) Υπάρχουν αγαθά και υπηρεσίες που παράγονται στην οικονομία, αλλά επειδή δεν εμφανίζονται στην αγορά και δεν γίνονται αντικείμενα αγοραπωλησίας είναι δύσκολο να εκτιμηθεί και να υπολογιστεί η αξία τους στο εθνικό ή εγχώριο εισόδημα. Πχ υπηρεσίες νοικοκυριών (επιδιορθώσεις κ.α.), ιδιοκατανάλωση, αμοιβές εργαζομένων σε είδος και όχι σε χρήμα, ιδιοκατοίκηση κ.α.
2) Αγαθά και υπηρεσίες για τα οποία παρατηρούνται διπλοί υπολογισμοί, λάθη και παραλήψεις. Πχ δυσκολίες διάκρισης των αγαθών σε τελικά, δηλαδή προς κατανάλωση, και ενδιάμεσα (διπλός υπολογισμός), κληρονομιές, δωρεές, φοροδιαφυγή, παράληψη δήλωσης δεύτερου επαγγέλματος κ.α.
3) Τεχνικές δυσκολίες. Για παράδειγμα ο υπολογισμός των αποσβέσεων λιμανιών και αεροδρομίων είναι δύσκολος γιατί δε μπορεί να προσδιοριστεί εύκολα η διάρκεια ζωής τους.


ΑΝΑΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΔΑΝΕΙΟΥ


Είναι η αποπληρωμή ενός υπάρχοντος δανείου, χρησιμοποιώντας χρήματα από ένα νέο, συνήθως ίδιου μεγέθους, βάζοντας ως εγγύηση το ίδιο περιουσιακό στοιχείο. Οι περισσότερες τράπεζες δίνουν τη δυνατότητα στους δανειολήπτες να εξοφλήσουν τα παλιά δάνεια, χορηγώντας τους νέα με ευνοϊκότερους όρους. Ο επενδυτής για να αποφασίσει αν αξίζει η αναχρηματοδότηση θα πρέπει να συγκρίνει τους τόκους που θα γλιτώσει από το νέο δάνειο με τις αμοιβές και τις ποινές που θα προκύψουν από την αναχρηματοδότηση. Αν υπάρχουν ποινές πρόωρης αποπληρωμής, η αναχρηματοδότηση μπορεί να γίνει λιγότερο ευνοϊκή λόγω του αυξημένου κόστους που πρέπει να καταβάλλει ο οφειλέτης .

Οφέλη αναχρηματοδότησης:
  • Εξασφάλιση πληρωμής χαμηλότερου επιτοκίου.
  • Εξασφάλιση πληρωμής χαμηλότερης μηνιαίας δόσης.
  • Εξασφάλιση καλύτερων και πιο ελαστικών όρων αποπληρωμής.
  • Αλλαγή από σταθερό επιτόκιο σε κυμαινόμενο.
  • Αλλαγή από κυμαινόμενο επιτόκιο σε σταθερό.
  • Μείωση της διάρκειας του δανείου.
  • Απόκτηση ρευστότητα για να χρηματοδοτηθεί μια νέα επένδυση.


ΑΝΕΡΓΊΑ


Το επίπεδο ανεργίας περιλαμβάνει τις εξής κατηγορίες :

1) Άνεργος είναι αυτός ο οποίος θέλει να εργαστεί, αλλά δε μπορεί να βρει εργασία. Αν προσθέσουμε και το χρόνο στον ορισμό μας, τότε άνεργος είναι αυτός που δεν εργαζόταν την τελευταία εβδομάδα και έψαχνε δουλειά για τις τελευταίες τέσσερις βδομάδες.
2)Το εργατικό δυναμικό μιας οικονομίας αποτελείται από αυτούς που είναι απασχολούμενοι και από τους ανέργους που επιθυμούν να δουλέψουν
3)Εκτός του εργατικού δυναμικού ανήκουν αυτοί που δεν εργάζονταν την τελευταία εβδομάδα και δεν έψαχναν εργασία τις τελευταίες τέσσερις (πχ. Φοιτητές, συνταξιούχοι)
Υπάρχουν ορισμένα χρήσιμα μέτρα για την αγορά εργασίας, όπως

   1)Ποσοστό ανεργίας που είναι το μέρος του εργατικού δυναμικού που είναι άνεργο
  2)Το ποσοστό συμμετοχής που είναι η αναλογία του ενήλικου πληθυσμού στο εργατικό δυναμικό.
    3)Το ποσοστό απασχόλησης που δείχνει το απασχολούμενο μέρος του ενήλικου πληθυσμού.

Πρέπει να τονιστεί ότι πάντα θα υπάρχει ανεργία σε μια οικονομία ακόμα και αν το προϊόν βρίσκεται στο επίπεδο πλήρους απασχόλησης, δηλαδή εκεί που οι τιμές και μισθοί σε μια οικονομία έχουν προσαρμοστεί πλήρως και οι αγορές βρίσκονται σε ισορροπία. Ο λόγος που ισχύει η παραπάνω πρόταση είναι η ύπαρξη της ανεργίας τριβής και της διαρθρωτικής ανεργίας. Οι δυο αυτές ανεργίες αποτελούν το φυσικό ποσοστό της ανεργίας, το οποίο τις τελευταίες δεκαετίες έχει αυξηθεί λόγω της εισόδου των γυναικών στην αγορά εργασίας, του κατώτατου μισθού, των επιδομάτων ανεργίας κα. Υπολογίζεται ότι το φυσικό ποσοστό ανεργίας είναι γύρω 5.5 % ή λίγο παραπάνω.
Ανεργία τριβής έχουμε όταν κάποιος εργαζόμενος προσπαθεί να βρει την κατάλληλη εργασία και αναλώνει βδομάδες ή περισσότερο, ώστε να πετύχει το στόχο του. Και αναλώνει πολύ χρόνο γιατί άλλα προσόντα έχει ο ίδιος και άλλα απαιτούν οι διάφορες θέσεις εργασίας. Δηλαδή πάντα θα υπάρχει ανεργία τριβής, μέχρι να ταιριάξουν οι εργαζόμενοι με τις θέσεις εργασίας.
Διαρθρωτική ανεργία έχουμε όταν οι εργαζόμενοι δεν αναζητούν συστηματικά απασχόληση και γενικά δε βρίσκουν σταθερή δουλειά. Αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχουν ανειδίκευτοι εργάτες, οι οποίοι λόγω φτωχής επαγγελματικής κατάρτισης δε μπορούν να βρουν μια μακροχρόνια εργασία. Όταν τελειώσει το έργο τους, αυτοί μένουν άνεργοι. Μια άλλη αιτία ύπαρξης της διαρθρωτικής ανεργίας είναι η ανακατανομή της εργασίας από κλάδους ή περιοχές που βρίσκονται σε ύφεση, σε κλάδους ή περιοχές που αναπτύσσονται. Οι κλάδοι που αντιμετωπίζουν χαμηλή ζήτηση για τα προϊόντα τους ωθούν τους εργαζομένους τους στην ανεργία. Για να περιοριστεί η ανεργία θα πρέπει οι εργαζόμενοι που μένουν χωρίς δουλειά, να απασχοληθούν σε αναπτυσσόμενους κλάδους, εκεί δηλαδή που παρατηρείται αυξημένη ζήτηση. Η ανακατανομή προϋποθέτει ένα μακρύ διάστημα παραμονής στην ανεργία, γι αυτό αυτή η μορφή ανεργίας παρατηρείται και όταν δεν υπάρχει ύφεση.

Κυκλική Ανεργία = Ανεργία – Φυσικό ποσοστό ανεργίας. Είναι θετική, όταν το προϊόν βρίσκεται κάτω από το επίπεδο πλήρους απασχόλησης, και αρνητική  όταν το προϊόν και η εργασία βρίσκονται πάνω από το επίπεδο πλήρους απασχόλησης. Η λογική μας λέει ότι σχεδόν πάντα η κυκλική ανεργία είναι θετική. 


ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ

Ένας ορισμός της ανταγωνιστικότητας είναι το αντίστροφο του Μοναδιαίου Εργατικού Κόστους ( Unit Labor Cost), το οποίο με τη σειρά του ορίζεται ως ο λόγος του κόστους εργασίας ανά εργαζόμενο (μισθός + εισφορές) ως προς τον αριθμό των μονάδων προϊόντος ανά εργαζόμενο, δηλαδή την παραγωγικότητα της εργασίας του. Ουσιαστικά, το μοναδιαίο κόστος εργασίας είναι το κόστος (ας πούμε σε ευρώ) για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος.

Υπάρχει και ένας άλλος ορισμός της ανταγωνιστικότητας που ορίζεται ως το αντίστροφο του  Μοναδιαίου Κόστους Κεφαλαίου, (unit capital cost), δηλαδή ως ο λόγος της παραγωγικότητας του κεφαλαίου ως προς το ονομαστικό ποσοστό κέρδους.


ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ


Αύξουσες

Αύξουσες αποδόσεις κλίμακας ή οικονομίες μεγέθους ή απλά οικονομίες κλίμακας (συνηθέστερος όρος)  έχουμε, όταν μια οικονομική μονάδα αυξάνει το παραγόμενο προϊόν της, που προκύπτει με αύξηση των συντελεστών παραγωγής, ενώ το ανά μονάδα κόστος της μειώνεται. Η αύξηση του προϊόντος θα είναι μεγαλύτερη από την αύξηση των συντελεστών παραγωγής και το μέσο συνολικό κόστος θα πέφτει. Συνήθως, οικονομίες κλίμακας έχουν τα φυσικά μονοπώλια, όπως η ΔΕΗ. Βέβαια, οι οικονομίες κλίμακας για να συμβούν πρέπει να υπάρχει σωστός τεχνολογικός εξοπλισμός, σωστά εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό, ώστε να μειώνονται τα λάθη, να αυξάνεται η ταχύτητα και η ποιότητα εργασίας, γεγονός που θα μειώσει το κόστος της επιχείρησης. Επιπλέον, όταν χρησιμοποιούνται αγωγοί, δεξαμενές και ορισμένα άλλα είδη κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, ο διπλασιασμός της διαμέτρου ή των διαστάσεων τους υπερδιπλασιάζει τη δυναμικότητα τους. Για παράδειγμα, αν διπλασιαστούν οι διαστάσεις μιας δεξαμενής πετρελαίου, υπερδιπλασιάζεται η ποσότητα του πετρελαίου που μπορεί να περιέχει. Ακόμα, η χρήση πολύπλοκου κεφαλαιουχικού εξοπλισμού έχει υψηλή δυναμικότητα. Επομένως, όταν αυξάνεται η παραγωγή, η αυξημένη αυτή δυναμικότητα μπορεί να αποφέρει τα μέγιστα. Τέλος, όταν αυξάνεται το μέγεθος της επιχείρησης, η τελευταία μπορεί να προσλάβει καλύτερα διευθυντικά στελέχη και να έχει μεγαλύτερη εξειδίκευση στο μάνατζμεντ.

Φθίνουσες

Φθίνουσες αποδόσεις κλίμακας έχουμε, όταν η επιχείρηση, ενώ αυξάνει τους συντελεστές παραγωγής, το παραγόμενο προϊόν πέφτει και το κόστος αυξάνει ως λογικό επακόλουθο. Βασικότερη αιτία εμφάνισης φθινουσών αποδόσεων κλίμακας είναι η δυσκολία που αντιμετωπίζουν τα διευθυντικά στελέχη, λόγω μεγάλης κλίμακας παραγωγής. Πχ. προβλήματα εποπτείας και έλεγχου.



Σταθερές


Έχουμε, όταν, ενώ αυξάνονται οι συντελεστές παραγωγής κατά ένα Χ ποσοστό, η παραγωγή αυξάνεται κατά το ίδιο ποσοστό.  Πχ αν διπλασιαστούν οι εργαζόμενοι, θα διπλασιαστεί η παραγόμενη ποσότητα. 



ΑΠΟΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ


Αποπληθωρισμό (deflation) έχουμε, όταν το γενικό επίπεδο τιμών πέφτει ή διαφορετικά, όταν ο μέσος όρος των τιμών των προϊόντων φθίνει συνεχώς. Επομένως εδώ, έχουμε αρνητικό πρόσημο, δηλαδή  πληθωρισμός < 0. Μια γενικευμένη υποχώρηση των τιμών μπορεί να επηρεάσει αρνητικά μια οικονομία, αφού η παρατεταμένη μείωση των τιμών μειώνει τα κέρδη των επιχειρήσεων, οι οποίες προκειμένου να καλύψουν τα κόστη τους μειώνουν τους μισθούς. Επιπλέον, τα πραγματικά χρέη διογκώνονται. Ισχύει ότι πραγματικά χρέη= χρέη/ Γενικό Επίπεδο Τιμών (ΔΤΚ). Επομένως, η μείωση του παρονομαστή αυξάνει τα πραγματικά χρέη. Αυτή η καθοδική πορεία της οικονομίας δεν αφήνει απ’ έξω ούτε τις τράπεζες, οι οποίες αντιμετωπίζουν κίνδυνο κατάρρευσης, ούτε και τις επενδύσεις, αφού το αβέβαιο αυτό οικονομικό κλίμα εμποδίζει την όποια επενδυτική δραστηριότητα. Βέβαια, στην πραγματικότητα ο αποπληθωρισμός μπορεί να μην έχει τόσο ολέθρια αποτελέσματα. Για παράδειγμα,  η Ιαπωνία, που αποτέλεσε το παράδειγμα προς αποφυγήν, δεν είχε πραγματικά αποπληθωρισμό, απλώς οι τιμές καταναλωτή δεν παρουσίασαν καμία μεταβολή από το 1992. Αυτό, όμως, δεν επέφερε καμία προφανή επίπτωση στην οικονομία. Αντιθέτως, σημειώθηκε σεβαστή αύξηση του ΑΕΠ. Οι περιπτώσεις του αποπληθωρισμού μπορούν εύκολα να αποτραπούν. Το μόνο που χρειάζεται είναι αξιόπιστες κυβερνήσεις για να τυπώσουν νέο χρήμα ώστε να εξακολουθήσει να λειτουργεί το σύστημα.
Υπάρχει ωστόσο, το θεώρημα του Pigou που μας λέει ότι η μείωση του Γενικού Επιπέδου Τιμών αυξάνει την αγοραστική αξία του χρήματος, αφού τα προϊόντα είναι τώρα φθηνότερα, αλλά αυτό ισχύει στην πολύ βραχυχρόνια περίοδο, αφού όπως εξηγήσαμε παραπάνω η μείωση των τιμών θα οδηγήσει σε μείωση μισθών. Βέβαια, όλα αυτά είναι ρευστά, καθώς στην πραγματική οικονομία οι τιμές, οι μισθοί και άλλες μεταβλητές επηρεάζονται τις δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης, από τη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική ακόμα και από τις προσδοκίες των οικονομικών μονάδων για το μέλλον. Επομένως το αποτέλεσμα δε μπορεί να είναι μοναδικό.

 *Σημείωση : Ο αγγλικός όρος “deflation” (αποπληθωρισμός) δε πρέπει να συγχέεται με τον όρο “disinflation”, ο οποίος αντικατοπτρίζει μια ήπια υποχώρηση του ρυθμού αύξησης των τιμών, δηλαδή έναν πτωτικό, αλλά πάντα θετικό δείκτη τιμών καταναλωτή.





ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Τεχνική αποτελεσματικότητα: Τεχνική αποτελεσματικότητα υπάρχει όταν μια επιχείρηση, στην προσπάθεια της να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της, δεν σπαταλάει παραγωγικούς συντελεστές.


Οικονομική αποτελεσματικότητα: Οικονομικά αποτελεσματικοί είναι οι συνδυασμοί που είναι κατ' αρχήν τεχνικά αποτελεσματικοί αλλά, επιπλέον, έχουν και το χαμηλότερο δυνατό χρηματικό κόστος για την παραγωγή κάθε συγκεκριμένης ποσότητας προϊόντος.


Αποτελεσματικότητα κατά Pareto
  
Αποτελεσματικότητα κατά Pareto έχουμε όταν :
 1)Δεν υπάρχει τρόπος βελτίωσης της θέσης όλων των συμμετεχόντων ή
   2)Δεν υπάρχει τρόπος βελτίωσης της θέσης κάποιου ατόμου, χωρίς να χειροτερεύσει η θέση κάποιου άλλου, ή
    3)Όλα τα κέρδη από ανταλλαγές έχουν εξαντληθεί, ή

 4)Δεν υπάρχουν περιθώρια για νέες αμοιβαία επωφελείς ανταλλαγές, και ούτω καθεξής.



ΔΕΙΚΤΗΣ ΤΙΜΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ (ΔΤΚ)


Ο δείκτης τιμών καταναλωτή συμπίπτει με το δείκτη λιανικής πώλησης. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ΔΤΚ αντικατοπτρίζει το κόστος ζωής. Ο τελευταίος αναφέρεται στις τιμές των αγαθών κι υπηρεσιών που αγοράζει ένα δείγμα νοικοκυριών, το οποίο θεωρείται αντιπροσωπευτικό του συνόλου των νοικοκυριών. Αντίθετα, ο δείκτης χονδρικής πώλησης καλύπτει τις τιμές των προϊόντων που αγοράζονται σε μεγάλες ποσότητες από άλλες επιχειρήσεις ή εμπόρους και δεν περιλαμβάνει τις τιμές των υπηρεσιών, τους φόρους κατανάλωσης και το κέρδος του λιανοπωλητή, όπως συμβαίνει με το δείκτη τιμών καταναλωτή. Γι' αυτούς τους λόγους ο δείκτης τιμών καταναλωτή είναι ένας από τους δείκτες της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και χρησιμοποιείται συνήθως από τους εργαζομένους για μισθολογικές αυξήσεις κι από το κράτος για ορισμένες τιμαριθμικές αναπροσαρμογές.

 Ο πληθωρισμός προκύπτει από το ποσοστό μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή για μια ορισμένη χρονική περίοδο.



ΕΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΖΗΤΗΣΗΣ ΩΣ ΠΡΟΣ

ΤΗΝ ΤΙΜΗ


Η ελαστικότητα της ζήτησης ως προς την τιμή αναφέρεται στην αντίδραση των καταναλωτών (της ζήτησης), όταν μεταβάλλεται η τιμή ενός προϊόντος. Όταν η τιμή των αγαθών μεταβάλλεται οι καταναλωτές είτε θα αντιδράσουν πολύ είτε λίγο είτε καθόλου (σπάνιο φαινόμενο έως ακατόρθωτο), αλλάζοντας τις ζητούμενες ποσότητες που επιθυμούν να αγοράσουν. Συγκεκριμένα έχουμε τα εξής είδη ελαστικότητας :

Α)Ελαστική ζήτηση ως προς την τιμή : Η ποσοστιαία μεταβολή της ζητούμενης ποσότητας είναι μεγαλύτερη από την ποσοστιαία μεταβολή της τιμής. Δηλαδή, αν η τιμή ενός κανονικού αγαθού αυξηθεί λίγο, τότε η ζητούμενη ποσότητα του θα μειωθεί αρκετά.  Γίνεται φανερό ότι οι καταναλωτές σε αυτήν την περίπτωση αντιδρούν αρκετά, όταν μεταβάλλονται οι τιμές. Πχ χοιρινό κρέας. Ισχύει ότι |Ed|>1

Β)Ανελαστική ζήτηση ως προς την τιμή : Η ποσοστιαία μεταβολή της ζητούμενης ποσότητας είναι μικρότερη από την ποσοστιαία μεταβολή της τιμής. Δηλαδή, αν η τιμή ενός κανονικού αυξηθεί αρκετά, η ζητούμενη ποσότητα του θα μειωθεί λίγο. Εδώ οι καταναλωτές αντιδρούν λίγο στις μεταβολές των τιμών. Πχ φάρμακα. Ισχύει ότι |Ed|<1

Γ)Μοναδιαία ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή : Η ποσοστιαία μεταβολή της ζητούμενης ποσότητας είναι ίση με την ποσοστιαία μεταβολή της τιμής. Δηλαδή οι καταναλωτές δεν αντιδράνε στις μεταβολές των τιμών. Ισχύει ότι |Ed|=1
Υπάρχουν άλλες δυο κατηγορίες ακραίων ελαστικοτήτων ως προς την τιμή :
            Δ) Πλήρως ελαστική ζήτηση. Ισχύει ότι |Ed|= ∞. Δηλαδή, μια μικρή μεταβολή της τιμής προκαλεί μια απείρως μεγάλη μεταβολή της ζητούμενης ποσότητας. Θεωρητικά τα τσιγάρα θα μπορούσαν να ανήκουν σε αυτήν την ειδική κατηγορία ελαστικότητας.

            Ε) Πλήρως ανελαστική ζήτηση. Ισχύει ότι |Ed|= 0. Δηλαδή μια μεγάλη μεταβολή της τιμής δε θα προκαλέσει μεταβολή της ζητούμενης ποσότητας. Παλαιότερα τα φάρμακα έτειναν να ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία, καθώς η ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή αρκετών φαρμάκων πλησίαζε το μηδέν. Πλέον η ελαστικότητά τους έχει αυξηθεί (περίπου 0,4), γεγονός που τα κατατάσσει στην κατηγορία της ανελαστικής ζήτησης.

Ο Τύπος της ελαστικότητας ζήτησης ως προς την τιμή είναι : Ed = ΔQP * P/Q , όπου Δ= μεταβολή, Q = ζητούμενη ποσότητα και P = τιμή. Δηλαδή αν η τιμή από 5 ευρώ γίνει 3 ΔP = 5 – 3 (Τελικό – αρχικό). Αντίστοιχα, αν ξέρουμε τη μεταβολή της ζητούμενης ποσότητας ΔQ,  μπορούμε να υπολογίσουμε τις ελαστικότητες ζήτησης οποιουδήποτε προϊόντος.


ΕΠΙΤΟΚΙΑ


Το επιτόκιο αποτελεί το κόστος του κεφαλαίου ή διαφορετικά την απόδοση που υπόσχεται ο οφειλέτης στον δανειστή του. Πχ αν ένας οφειλέτης πάρει δάνειο 100 ευρώ για 1 μήνα με επιτόκιο 5%, υπόσχεται ότι θα επιστρέψει στον δανειστή του, μετά από ένα μήνα, 105 ευρώ.
Ονομαστικό : Αντιθέτως, το ονομαστικό επιτόκιο είναι αριθμός με τον οποίο η ονομαστική αξία ενός περιουσιακού στοιχείου αυξάνει διαχρονικά.
Πραγματικό: Το πραγματικό επιτόκιο ενός στοιχείου, αντιπροσωπεύει το βαθμό στον οποίο η πραγματική του αξία, αυξάνει διαχρονικά. Δηλαδή συνυπολογίζει και το επίπεδο του πληθωρισμού που υπάρχει σε μια οικονομία.  Πχ αν δεν υπάρχει πληθωρισμός, ο δανειστής με τα 105 ευρώ (παραπάνω παράδειγμα), μπορεί να αγοράσει προϊόντα αξίας 105 ευρώ, ενώ αν υπάρχει θετικός πληθωρισμός, λιγότερα, γιατί η πραγματική αξία του ποσού αυτού θα μειωθεί κατά 105/(1 +  % πληθωρισμού).
Ισχύει η σχέση : Πραγματικό επιτόκιο ( r ) = ονομαστικό επιτόκιο ( i ) – πληθωρισμός ( π )
*Σημείωση : Αντί του π, μπορεί να χρησιμοποιηθεί το πe , που είναι ο προσδοκώμενος πληθωρισμός.




ΘΕΩΡΙΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ


1ο θεώρημα οικονομικής ευημερίας : Μας λέει ότι μια ανταγωνιστική ισορροπία (ζήτηση = προσφορά) είναι και αποτελεσματική κατά Pareto. Οι ανταγωνιστικές ισορροπίες αποτελούν ακριβοδίκαιες αγορές που οδηγούν σε μεγιστοποίηση ευημερίας.

2ο θεώρημα οικονομικής ευημερίας : Μας λέει ότι, στο βαθμό που προτιμήσεις είναι κυρτές, κάθε κατά Pareto αποτελεσματική κατανομή μπορεί να συντηρηθεί ως ανταγωνιστική ισορροπία.




ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ


Ιδιωτικοποίηση ονομάζεται η διαδικασία μεταφοράς κυβερνητικών υπηρεσιών ή περιουσιακών στοιχείων στον ιδιωτικό τομέα με σκοπό την αύξηση της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα. Η ιδιωτικοποίηση είναι το αντίθετο της εθνικοποίησης.
Οι ιδιωτικοποιήσεις εμπεριέχουν χρηματοοικονομικούς, δημοσιονομικούς και πολιτικούς στόχους. Οι χρηματοοικονομικοί στόχοι αναφέρονται στην ενίσχυση της οικονομικής αποτελεσματικότητας των επενδύσεων και της κεφαλαιαγοράς και στην ποιοτική βελτίωση αγαθών και υπηρεσιών. Οι δημοσιονομικοί στόχοι συνδέονται με τη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, δηλαδή την αύξηση των εσόδων και τη μείωση των δημοσίων δαπανών.
Ουσιαστικά συνδέονται με κάτι πολύ σημαντικό το οποίο αναφέρεται στον κρατικό ή ιδιωτικό έλεγχο των διαθέσιμων παραγωγικών συντελεστών μιας οικονομίας και είναι ένας κοινωνικοοικονομικός μετασχηματισμός με πολλαπλές επιπτώσεις ιδίως στην αγορά εργασίας.
Η ιδιωτικοποίηση έχει ως πρόδρομο την οργανωμένη κεφαλαιαγορά και χρηματιστηριακή αγορά, όπου η τελευταία χρησιμοποιείται ως αγωγός για την πώληση μετοχών (συνήθως το 49%) των ΔΕΚΟ στο ευρύτερο κοινό. Έτσι το δημόσιο εξασφαλίζει έσοδα, ο λαός νομίζει ότι συμμετέχει στον έλεγχο αυτών των επιχειρήσεων, αλλά η διοίκηση συνεχίζει να διορίζεται και να ελέγχεται από την κυβέρνηση.
Μέθοδοι ιδιωτικοποιήσεων
1.Η μεταβίβαση μιας δημόσιας επιχείρησης σε ιδιώτες μπορεί να γίνει κυρίως με τους εξής τρόπους:
2.Δημόσια προσφορά (μερική ή ολική) των μετοχών της ή πώληση των μετοχών της απ' ευθείας σε ιδιώτες (μετοχοποίηση)
3.Ρευστοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων
4.Αναδιάρθρωση της ή διάσπαση σε πολλά τμήματα,
5.Σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης των περιουσιακών στοιχείων και της διοίκησης της (leasing),
6.Ανάθεση έργων υποδομής με αυτοχρηματοδότηση.


ΜΟΧΛΕΥΣΗ

   Είναι ο λόγος του χρέους προς το κεφάλαιο. Για παράδειγμα, αν έχουμε ένα  κεφάλαιο 100 ευρώ και το επενδύσουμε σε ένα άλογο που ξέρουμε ότι θα κερδίσει αποφέροντας τελικό κέρδος 200 ευρώ, γιατί να μη δανειστούμε 100 ευρώ από κάποιον ώστε να στοιχηματίσουμε 200 ευρώ; Αν η "μόχλευση" είναι 1 (ένα ευρώ χρέους για κάθε ευρώ κεφαλαίου) το κέρδος θα είναι 400 ευρώ και, επιστρέφοντας τα δανεικά 100 ευρώ, μένουμε με τελικό κέρδος 300 ευρώ. Το πρόβλημα είναι ότι μπορεί να συμβεί και το ακριβώς αντίστροφο: Αν χάσουμε το στοίχημα δεν χάνουμε απλώς τα 100 ευρώ μας αλλά χρωστάμε και τα άλλα 100 σε εκείνον που μας τα είχε δανείσει. Έτσι η μόχλευση πολλαπλασιάζει τα κέρδη αλλά μπορεί κάλλιστα να πολλαπλασιάσει και τις ζημιές.


    Είναι δε σημαντικό ότι όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, είτε τράπεζες είναι είτε ασφαλιστικά ταμεία είτε hedge funds, κατά βάση λειτουργούν με ακριβώς τον ίδιο τρόπο. Οι ιδιοκτήτες - μέτοχοι συνεισφέρουν επαρκή κεφάλαια κίνησης και στη συνέχεια το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα δανείζεται (τις καταθέσεις των πελατών ή τις εισφορές των εργαζομένων ή από άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα) και με τη σειρά του επενδύει, με τη μορφή χορήγησης δανείων, αγοράς μετοχών και ομολόγων ή και με "στοιχήματα" στην αγορά παραγώγων.  Πιο απλά χρησιμοποιεί τη "μόχλευση", τα χρήματα των πελατών της, για να αυξήσει τα κέρδη που θα απέφερε η αρχική επένδυση των ιδιοκτητών της. Αν όμως οι επενδύσεις αυτές δεν εξελιχθούν αισίως, αν τα δάνεια αποδειχθούν επισφαλή, αν τα χρηματιστήρια πέσουν, τότε οι απώλειες αποδεικνύονται μεγάλες, ενίοτε μεγαλύτερες από ότι είχαν αρχικά προβλέψει οι ίδιες οι τράπεζες και οι ρυθμιστές αρχές που τις εποπτεύουν. Αυτό με τη σειρά του οδηγεί στον πανικό αλλά επειδή το χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι απολύτως απαραίτητο για τη λειτουργία της οικονομίας, οι κυβερνήσεις αναγκάζονται να παρέμβουν, φυσικά με χρήματα του απλού φορολογούμενου.




ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΗΤΗΣΗΣ


      Μας λέει ότι, όταν αυξάνεται η τιμή ενός προϊόντος, η ζητούμενη ποσότητα του πέφτει. Αυτό είναι ένα εύλογο οικονομικό συμπέρασμα, αφού οι καταναλωτές (η ζήτηση) αγοράζουν λιγότερες ποσότητες από κάποιο αγαθό, όταν αυξηθεί η τιμή του. Πρέπει να επισημάνουμε όμως, ότι υπάρχουν κατηγορίες αγαθών, που οι καταναλωτές αντιδρούν διαφορετικά, όταν αυξάνεται οι τιμές τους. Για παράδειγμα, υπάρχουν τα αγαθά Veblen, τα οποία, όταν αυξάνεται η τιμή αυτών των αγαθών, αυξάνεται και η ζητούμενη ποσότητα τους, ενώ αν μειωθεί η τιμή τους, μειώνεται και η ζητούμενη ποσότητα τους. Αγαθό Veblen μπορεί να θεωρηθεί το αυτοκίνητο Rolls royce ή ένα πολύ ακριβό κρασί καλής μάρκας. Η αυξημένη τιμή αυτών των αγαθών δίνει την εντύπωση στους καταναλωτές της ότι το συγκεκριμένο προϊόν έγινε ποιοτικότερο και πιο προσελκύσιμο. Υπάρχει και η ειδική κατηγορία αγαθών, τα Giffen,  που όταν αυξάνεται η τιμή τους οι καταναλωτές αγοράζουν περισσότερη ποσότητα. Αυτά τα αγαθά αποτελούν ειδική περίπτωση των κατώτερων αγαθών (προφανώς μειώνεται η ζητούμενη ποσότητα από άλλα αγαθά για δεδομένο εισόδημα).


ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ




     Μας λέει ότι, όταν αυξάνεται η τιμή ενός προϊόντος, η προσφερόμενη ποσότητα του αυξάνεται. Αυτό είναι λογικό, καθώς οι επιχειρήσεις (η προσφορά) αυξάνει το κέρδος της, όταν αυξάνονται οι τιμές των προϊόντων τους.




ΟΜΟΛΟΓΑ



     Ανώνυμος τίτλος ομολογιακού δανείου, τίτλος χρέους δηλαδή που παραδίδεται από το δανειζόμενο στο δανειστή ως απόδειξη της υποχρέωσης του πρώτου και του δικαιώματος του δευτέρου. Η ομολογία αποτελεί κινητή αξία, είναι τοκοφόρα απαίτηση και εκδίδεται από το κράτος, από δημόσιο οργανισμό ή από εταιρία. Οι ομολογίες είναι διαπραγματεύσιμες στο Χρηματιστήριο και αποτελούνται από τον τίτλο, πάνω στον οποίο αναγράφεται το όνομα του εκδότη (δανειζόμενου), τα στοιχεία της συγκεκριμένης έκδοσης και ο αύξων αριθμός του τίτλου. Συνήθως ενσωματωμένα με τις ομολογίες είναι τα τοκομερίδια, που χρησιμοποιούνται για την περιοδική είσπραξη των τόκων του δανείου και τα οποία είναι ανώνυμα, δηλ. πληρωτέα στον κομιστή. Στα τοκομερίδια αναγράφεται το ποσό του τόκου και η χρονολογία πληρωμής, που γίνεται συνήθως ανά εξάμηνο ή κάθε χρόνο. Η εξόφληση της ομολογίας γίνεται στη λήξη της με την καταβολή της ονομαστικής αξίας και του τελευταίου τοκομεριδίου. Οι ομολογίες διακρίνονται σε "κοινές", η εξόφληση των οποίων στηρίζεται στην οικονομική ευρωστία του εκδότη, και σε "ενυπόθηκες", που παρέχουν εξασφάλιση με υποθήκευση των περιουσιακών στοιχείων του εκδότη. Ως προς το επιτόκιο, οι ομολογίες διακρίνονται σε ομολογίες σταθερού και κυμαινόμενου επιτοκίου. Στην περίπτωση ομολογιακών δανείων με ρήτρα συναλλάγματος, η εξόφληση και οι τόκοι είναι εκφρασμένοι στο αντίστοιχο συνάλλαγμα (π.χ. δολάρια, μάρκα κ.λ.π.). Επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις έκδοσης ομολογιών από επιχειρήσεις παρέχεται η δυνατότητα στον κάτοχο (δεν είναι δηλαδή υποχρεωτικό) να μετατρέψει τις ομολογίες σε μετοχές της επιχείρησης, συνήθως ύστερα από την πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος. Εξυπακούεται ότι ο κάτοχος θα εκμεταλλευτεί τη δυνατότητα αυτή μόνο στην περίπτωση που η χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής την περίοδο που παρέχεται η δυνατότητα μετατροπής είναι ανώτερη από την τιμή που έχει οριστεί για την μετατροπή της ομολογίας.

Χαρακτηριστικά ομολόγων

    Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των ομολόγων είναι η διάρκεια ζωής. Η διάρκεια ζωής του ομολόγου δείχνει πότε ο επενδυτής αναμένει επιστροφή του αρχικού κεφαλαίου και πόσο χρονικό διάστημα θα αναμένει τις πληρωμές του τόκου. (Υπάρχουν πάντως περιπτώσεις εταιρικών ομολόγων που παρέχουν δυνατότητα επαναγοράς ή ανάκλησης, χαρακτηριστικά που μπορούν να επηρεάσουν την ημερομηνία επιστροφής του κεφαλαίου).

Τα εταιρικά ομόλογα γενικά διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: α)Βραχυπρόθεσμα (διάρκεια 1-3 έτη) β) Μεσοπρόθεσμα (διάρκεια 3-10 έτη) γ)Μακροπρόθεσμα (διάρκεια μεγαλύτερη των 10 ετών).

    Έναν άλλο χαρακτηριστικό παράγοντα που πρέπει να γνωρίζει ο επενδυτής πριν αγοράσει ένα ομόλογο είναι το επιτόκιο. Μέσω των ομολογιακών δανείων ο επενδυτής δανείζει στον εκδότη ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Σε αντάλλαγμα ο επενδυτής λαμβάνει σταθερές πληρωμές τόκων με ένα σταθερό χρονοδιάγραμμα για όλη τη διάρκεια ζωής του ομολόγου και επιστροφή του αρχικά επενδυμένου κεφαλαίου με τη λήξη του ομολόγου. Τα τρία είδη επιτοκίων που προσφέρονται είναι τα ακόλουθα :

α) Σταθερό επιτόκιο : Τα περισσότερα ομολογιακά δάνεια είναι τα κλασσικά με σταθερό επιτόκιο.

β) Κυμαινόμενο επιτόκιο :Υπάρχουν ομολογιακά δάνεια που έχουν διαφοροποιημένο επιτόκιο που προσαρμόζεται περιοδικά ανάλογα με ένα δείκτη συνδεδεμένο με τα έντοκα γραμμάτια ή τη χρηματαγορά. Παρότι αυτά τα ομόλογα προσφέρουν προστασία έναντι της ανόδου των επιτοκίων, οι αποδόσεις τους είναι τυπικά χαμηλότερες από εκείνες των ομολόγων σταθερού επιτοκίου με ίδια διάρκεια ζωής.

γ) Zero-coupon : Αυτά είναι ομολογιακά δάνεια που δεν έχουν περιοδικές πληρωμές τόκων. Αντί αυτού πωλούνται με σημαντική έκπτωση έναντι της ονομαστικής τους αξίας και με απόδοση την πλήρη ονομαστική τους αξία με τη λήξη τους. Στην Ελλάδα, ομολογιακά δάνεια αυτής της μορφής είναι τα Έντοκα Γραμμάτια Ελληνικού Δημοσίου.

δ) Ο κίνδυνος του επιτοκίου

  Όλα τα ομολογιακά δάνεια τείνουν να αυξάνονται σε αξία όταν τα επιτόκια των νέων εκδόσεων μειώνονται. Συνήθως όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια ζωής τόσο μεγαλύτερη είναι η διακύμανση της τιμής τους. Αν ο επενδυτής πρόκειται να κρατήσει το ομόλογο μέχρι την λήξη του τότε ενδιαφέρεται λιγότερο για αυτές τις διακυμάνσεις της τιμής (που είναι γνωστές σαν κίνδυνος επιτοκίου ή κίνδυνος της αγοράς) γιατί θα λάβει την ονομαστική αξία του ομολόγου στην λήξη. Στους επενδυτές μπορεί να δημιουργηθεί σύγχυση από αυτή την αντίστροφη σχέση μεταξύ ομολόγων και επιτοκίων, δηλ. το γεγονός ότι τα ομόλογα αξίζουν λιγότερο όταν τα επιτόκια αυξάνονται. Αλλά η εξήγηση είναι απλή:
1) Όταν τα επιτόκια αυξάνονται νέες εκδόσεις παρουσιάζονται στην αγορά με υψηλότερες αποδόσεις από τις παλιότερες εκδόσεις ομολογιών κάνοντας τις παλαιές εκδόσεις να αξίζουν λιγότερο. Επομένως οι τιμές τους κατεβαίνουν.
 2)Όταν τα επιτόκια μειώνονται οι νέες εκδόσεις ομολογιών που παρουσιάζονται στην αγορά με χαμηλότερες αποδόσεις από τις παλιότερες εκδόσεις κάνουν τις παλιές εκδόσεις να παρουσιάζουν μεγαλύτερη απόδοση. Επομένως οι τιμές ανεβαίνουν. Σαν αποτέλεσμα αν ο επενδυτής θελήσει να πουλήσει το ομόλογο πριν την λήξη του, αυτό μπορεί να αξίζει περισσότερο ή λιγότερο απ’ ότι πλήρωσε για να το αγοράσει.

    Διάφοροι οικονομικοί παράγοντες επηρεάζουν το επίπεδο της κατεύθυνσης των επιτοκίων στην οικονομία. Τα επιτόκια παραδοσιακά μειώνονται όταν η οικονομία παρουσιάζει ανάπτυξη και αυξάνονται όταν η οικονομία παρουσιάζει υποχώρηση της ανάπτυξης. Με παρόμοιο τρόπο η άνοδος του πληθωρισμού οδηγεί σε άνοδο των επιτοκίων (παρόλο που από ένα σημείο και μετά τα υψηλότερα επιτόκια συμβάλλουν στον υψηλότερο πληθωρισμό) και ένας χαμηλός πληθωρισμός οδηγεί σε χαμηλότερα επιτόκια. Ο πληθωρισμός είναι ένας από τους ισχυρότερους παράγοντες που επηρεάζουν τα επιτόκια.
ε) Η απόδοση
      Η απόδοση είναι μια βασική έννοια στην κατανόηση της επένδυσης σε ομόλογα γιατί είναι το μέσον που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της απόδοσης ενός ομολόγου σε σύγκριση με ένα άλλο. Επιτρέπει στον επενδυτή να λάβει αποφάσεις σχετικά με το ποιο ομόλογο να επιλέξει. Η συνολική απόδοση που ο επενδυτής αποκομίζει από το ομόλογο δεν είναι σταθερή όπως το ονομαστικό επιτόκιο του ομολόγου. Μεταβάλλεται και αντικατοπτρίζει τις μεταβολές της τιμής του ομολόγου που προκαλούνται από τις μεταβολές των επιτοκίων.

Παραθέτουμε ένα παράδειγμα για τη λειτουργία απόδοσης των ομολόγων:

    Επενδυτής αγοράζει ένα ομόλογο, το κρατάει για ένα χρόνο, ενώ τα επιτόκια αυξάνονται και μετά το πουλάει. Εισπράττει χαμηλότερη τιμή για το ομόλογο από ότι το αγόρασε γιατί κανείς άλλος δεν θα το αποδεχόταν με επιτόκιο χαμηλότερο από αυτό της αγοράς. Παρότι ο αγοραστής θα έχει το ίδιο ονομαστικό επιτόκιο με αυτό που ο αρχικός επενδυτής είχε και θα εισπράξει στην λήξη το ίδιο κεφάλαιο η πραγματική απόδοση του αγοραστή είναι υψηλότερη από αυτήν του αρχικού επενδυτή, γιατί ο αγοραστής πλήρωσε λιγότερα για να αγοράσει το ομόλογο.
  Υπάρχουν διάφορες κατηγορίες αποδόσεων δύο όμως - η απόδοση στη λήξη και η τρέχουσα απόδοση - θεωρούνται πιο σημαντικές για τους περισσότερους επενδυτές.
 Η τρέχουσα απόδοση είναι η ετήσια απόδοση επί του ονομαστικού ποσού αγοράς του ομολόγου ανεξάρτητα από τη διάρκεια ζωής του. Αν ένας επενδυτής αγοράσει ένα ομόλογο στην ονομαστική του τιμή, η τρέχουσα απόδοση είναι το συγκεκριμένο ονομαστικό επιτόκιο. Η τρέχουσα απόδοση ενός ομολόγου αγορασμένου στην ονομαστική του τιμή, με ονομαστικό επιτόκιο π.χ. 4,5% είναι επίσης 4,5%.
  Όμως αν η αγοραία τιμή του ομολόγου είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από την ονομαστική τότε η τρέχουσα απόδοση θα είναι διαφορετική.

      Για παράδειγμα, αν ο επενδυτής αγοράσει ένα ομόλογο 1.000 ευρώ με 4,5% ονομαστικό επιτόκιο, αφότου έχουν ανέβει τα επιτόκια πάνω από αυτό το επίπεδο και θελήσει να το πουλήσει, θα το πουλήσει σε τιμή μικρότερη της ονομαστικής. Έστω ότι θα το πουλήσει στα 900 ευρώ. Η τρέχουσα απόδοση θα είναι 5% (1.000 ευρώ * 0,045 /900 ευρώ). Περισσότερο σημαντικό μέγεθος είναι η απόδοση στην λήξη, επειδή εκφράζει την συνολική απόδοση που θα λάβει ο επενδυτής εάν κρατήσει ένα ομόλογο μέχρι την λήξη του. Αυτή επίσης επιτρέπει να συγκριθούν ομόλογα με διαφορετικές λήξεις και κουπόνια (τοκομερίδια). Η απόδοση στη λήξη περιλαμβάνει όλο τον τόκο και επιπρόσθετα το κεφαλαιακό κέρδος που ο επενδυτής θα πραγματοποιήσει [αν αγοράσει το ομόλογο κάτω από την ονομαστική αξία) ή την κεφαλαιακή ζημιά που θα υποστεί (αν αγοράσει το ομόλογο σε υψηλότερη τιμή της ονομαστικής).

Διαφορές ομολογιών και μετοχών

α) Η ομολογία διαφέρει από τη μετοχή κυρίως κατά το ότι, η μεν πρώτη έχει σταθερή απόδοση βάσει του αναγραφόμενου επιτοκίου, ε­νώ η απόδοση της μετοχής είναι μεταβλητή και εξαρτάται από το μέρισμα (συμμετοχή στα διανεμόμενα κέρδη).
 β) Ο κάτοχος της ομολογίας (ομολογιούχος) είναι δανειστής του Κράτους, του Δημοσίου Οργανισμού ή της Ανωνύμου Εταιρίας (Α.Ε.) που εκδί­δει το ομολογιακό δάνειο, ενώ ο μέτοχος είναι συνεταίρος της Α.Ε.
 γ) Οι τιμές των ομολογιών παρουσιάζουν μικρές διακυμάνσεις και η ονομαστική τους αξία δε διαφέρει και πολύ από τη χρηματιστη­ριακή. Αντίθετα, οι τιμές των μετοχών παρουσιάζουν σημαντικότερες διακυ­μάνσεις καθ' ότι οι τιμές τους εξαρτώνται από διάφορους παράγοντες, ό­πως από τα πραγματοποιούμενα κέρδη της εταιρίας, τα επενδυτικά προ­γράμματά της, τις προοπτικές της για το μέλλον καθώς και από διάφορους παράγοντες της χρηματιστηριακής αγοράς (που δεν μπορεί να τους επη­ρεάσει η Εταιρία).



ΟΡΙΑΚΑ ΜΕΓΕΘΗ



    Στα οικονομικά, όταν αξιολογούμε κάτι στο όριο, σημαίνει ότι αξιολογούμε την επιπλέον μονάδα κάποιου μεγέθους, όπως κόστους, κατανάλωσης, προϊόντος, δαπάνης, συντελεστών παραγωγής κ.α.

      Οριακό Έσοδο(Marginal Revenue )

    Είναι το έσοδο από την πώληση μιας επιπλέον μονάδας. Ισχύει ότι Οριακό έσοδο (MR)= ΔTRQ , όπου ΔTR= μεταβολή (Δ) των συνολικών εσόδων (P*Q) και ΔQ=μεταβολή της ποσότητας που παράγεται. Με άλλα λόγια το Οριακό Έσοδο δείχνει πως μεταβάλλονται τα συνολικά έσοδα, όταν μεταβάλλεται η παραγωγή.

Οριακό Κόστος(Marginal Cost)

  Είναι το κόστος που προκύπτει από την παραγωγή μιας επιπλέον μονάδας. Ισχύει ότι MC= ΔTCQ , όπου ΔTC είναι η μεταβολή(Δ) του συνολικού κόστους (σταθερό + μεταβλητό). Το Οριακό Κόστος είναι σημαντικό για μια επιχείρηση, γιατί για να αποφασίσει αν θα προβεί στην παραγωγή επιπλέον προϊόντος, θα συγκρίνει το κόστος αυτού με το επιπλέον έσοδο που θα αποφέρει το επιπρόσθετο παραχθέν προϊόν. Δηλαδή θα κάνει μια σύγκριση κόστους οφέλους.

   Οριακό Προϊόν

    Είναι το επιπλέον προϊόν που παράγεται από κάθε πρόσθετο συντελεστή παραγωγής, όπως για παράδειγμα με τη χρήση ενός επιπλέον εργαζομένου.

   Οριακό Προϊόν Εργασίας

    Είναι το επιπρόσθετο προϊόν που μπορεί να παραχθεί από τη χρησιμοποίηση ενός επιπλέον μεταβλητού συντελεστή ( εδώ της εργασίας-εργαζομένων)

  Οριακό Προϊόν Κεφαλαίου


   Είναι το πρόσθετο προϊόν που παράγεται από το μεταβλητό συντελεστή κεφάλαιο (πχ μηχανολογικός εξοπλισμός). Για να αποφασίσει μια επιχείρηση πόσες μονάδες πρόσθετου συντελεστή κεφαλαίου θα χρησιμοποιήσει, προκειμένου να μεγιστοποιήσει το κέρδος της, θα πρέπει να συγκρίνει το επιπλέον έσοδο που θα αποφέρουν αυτοί οι συντελεστές με το επιπλέον κόστος τους. Δηλαδή, θα γίνει μια σύγκριση του οριακού προϊόντος των συντελεστών με τις τιμές τους. Τέλος, οι επιχειρήσεις που θέλουν να μεγιστοποιήσουν το κέρδος τους, χρησιμοποιούν συντελεστές παραγωγής που το οριακό προϊόν τους είναι μεγαλύτερο του κόστους τους. Οι επιχειρήσεις θα χρησιμοποιήσουν τους συντελεστές παραγωγής μέχρι το σημείο που το οριακό προϊόν τους είναι ίσο με την τιμή τους, δηλαδή το κόστος τους.


Οριακή ροπή προς κατανάλωση

  Είναι το ποσό που θέλει να δαπανήσει κάποιος για να καταναλώσει προϊόντα, όταν το εισόδημα του αυξηθεί κατά ένα ευρώ.




ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑ


   Είναι η αποτελεσματικότητα με την οποία χρησιμοποιούνται οι διάφορες εισροές μιας επιχείρηση (ή παραγωγικοί συντελεστές), όπως για παράδειγμα οι εργαζόμενοι (L) και ο κεφαλαιουχικός της εξοπλισμός (K). Είναι ο σημαντικότερος δείκτης της ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας. Η αύξηση της παραγωγικότητας επιτρέπει σε μια οικονομία να αυξήσει το προϊόν της χρησιμοποιώντας την ίδια ποσότητα παραγωγικών συντελεστών. Ο τύπος της παραγωγικότητας είναι Εκροές/Εισορές ή Συνολική ποσότητα προϊόντος/ Συνολική ποσότητα συντελεστών παραγωγής ή αλλιώς Αποτέλεσμα/Πόροι . Μερικοί από τους τρόπους που μπορεί να βελτιωθεί η παραγωγικότητα είναι η χρήση βελτιωμένης τεχνολογίας στην παραγωγή καθώς και η βελτίωση της εκπαίδευσης των εργαζομένων.


    Παραγωγικότητα εργασίας

   Είναι η παραγωγή προϊόντος ή υπηρεσίας ενός εργάτη σε μια ώρα, εβδομάδα ή χρόνο. Είναι δηλαδή το προϊόν ανά εργάτη. Ισχύει ότι παραγωγικότητα εργασίας = ΑΕΠ/ Συνολικές ώρες εργασίας (ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας).

    Παραγωγικότητα κεφαλαίου


   Είναι η σχέση μεταξύ της παραγωγή προϊόντος ή υπηρεσίας του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού (μηχανήματα, εξοπλισμός, κτίρια, γη κλπ) που διαθέτει μια οικονομία (επιχειρήσεις, κράτος κλπ.) και του κόστους κτήσης του εξοπλισμού αυτού. Ο παραπάνω ορισμός είναι γνωστός και ως  λόγος οικονομικής αποδοτικότητας (EER), δηλαδή EER= αξία παραγωγής/κόστος συντελεστών παραγωγής. Για να γίνει πιο κατανοητό, έστω ότι μια επιχείρηση παράγει 100 χιλιάδες ευρώ αγαθά και υπηρεσίες το χρόνο, χρησιμοποιώντας 25 χιλιάδες ευρώ σε μηχανήματα και εξοπλισμό. Η παραγωγικότητα του κεφαλαίου θα είναι 100/25=4 ή 400% Επίσης η παραγωγικότητα του κεφαλαίου (οριακή) μπορεί να ορισθεί ως η εκροή του μηχανολογικού εξοπλισμού/ συνολικές μηχανοώρες.


ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ


Είναι τάση αύξησης του Γενικού Επιπέδου Τιμών (ΓΕΠ) ή αλλιώς η ποσοστιαία μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ). Ο πληθωρισμός αφορά τη μέση αύξηση των τιμών και όχι μια σημαντική αύξηση των τιμών κάποιων συγκεκριμένων προϊόντων.

Ποιους ζημιώνει

Όταν αυξάνεται το Γενικό Επίπεδο Τιμών η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών μειώνεται και ιδίως αυτών που έχουν σταθερά εισοδήματα ή αυτών που ο ρυθμός αύξησης του εισοδήματος τους είναι μικρότερος από το ρυθμό πληθωρισμού. Επομένως οι καταναλωτές με το ίδιο εισόδημα αγοράζουν λιγότερη ποσότητα από τα ακριβότερα λόγω πληθωρισμού αγαθά. Επιπλέον, πλήττονται και οι αποταμιευτές, όταν το επιτόκιο καταθέσεων δε καλύπτει το ρυθμό πληθωρισμού, διότι ξέρουν ότι τα χρήματα που αποταμιεύουν τώρα θα έχουν μικρότερη αξία στο μέλλον εξαιτίας του πληθωρισμού. Εν συνεχεία, δε βγαίνουν κερδισμένοι οι δανειστές, επειδή το ποσό που θα αποπληρώσουν οι δανειολήπτες θα έχει μικρότερη αξία στο μέλλον. Τέλος, ο πληθωρισμός μειώνει την ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας γιατί τα προϊόντα της γίνονται ακριβότερα και ενισχύει την ανισοκατανομή του εισοδήματος.

Ποιους ωφελεί

Από την άλλη πλευρά, αυτοί που ωφελούνται είναι οι δανειολήπτες, γιατί αποπληρώνουν λιγότερο πραγματικό χρέος. Για παράδειγμα, αν δανειστώ εγώ 100 ευρώ για ένα χρόνο με επιτόκιο 10%,  στο τέλος του έτους θα πρέπει να αποπληρώσω 110 ευρώ. Αν το επίπεδο τιμών έχει αυξηθεί κατά 15%, τότε  η πραγματική αξία των 110 ευρώ που επιστρέφονται είναι 110/1.15 = 95 περίπου ευρώ. Τέλος ενισχύονται οι εισαγωγές καθώς τα εγχώρια προϊόντα είναι ακριβότερα απ’ ότι πριν τον πληθωρισμό.

Μια σύγχρονη προσέγγιση του κόστους : Ο πληθωρισμός δε μειώνει τα εισοδήματα των ατόμων και δε μειώνει το στάνταρτ τη ζωής, αλλά οι αυξημένες τιμές που αντιμετωπίζει ένα άτομο είναι εισόδημα κάποιου άλλου.

Είδη πληθωρισμού
1.Πληθωρισμός ζήτησης
Ο πληθωρισμός ζήτησης εμφανίζεται σε περιόδους έντονης οικονομικής δραστηριότητας και δημιουργείται επειδή η αύξηση της συνολικής ζήτησης υπερβαίνει το επίπεδο του προϊόντος της οικονομίας που μπορεί να παραχθεί με πλήρη απασχόληση των διαθέσιμων μέσων παραγωγής και της τεχνολογίας (προσφοράς) και έτσι προκαλείται αύξηση τιμών αγαθών κι υπηρεσιών.

Αυτό συμβαίνει γιατί η προσφορά αδυνατεί να προσαρμοστεί αμέσως στην αυξημένη ζήτηση με συνέπεια την αύξηση των τιμών έως ότου εξισωθεί η συνολική ζήτηση με την προσφορά σε χρηματικούς όρους. Συνήθως πληθωρισμό ζήτησης έχουμε όταν αυξάνεται η προσφορά χρήματος στην οικονομία. 

Η ζήτηση αυτή μπορεί να προέρχεται από τα νοικοκυριά (ιδιωτική κατανάλωση) ή από τις επιχειρήσεις (επενδύσεις) ή από τις δημόσιες δαπάνες (κράτος) οι οποίες για να χρηματοδοτηθούν αυξάνεται το δημόσιο χρέος και διογκώνονται τα δημοσιονομικά ελλείμματα. 
.
2.Πληθωρισμός κόστους
   Ο πληθωρισμός κόστους εμφανίζεται συνήθως σε περιόδους          υποτονικής δραστηριότητας και οφείλεται κυρίως στις ατέλειες    του μηχανισμού της αγοράς και στους φόρους.

 Ειδικότερα δημιουργείται από την αύξηση των στοιχείων κόστους (η τιμή υπερβαίνει το οριακό κόστος) των προϊόντων, είτε από την επιχείρηση (ολιγοπωλιακές, κέρδη, κακή οργάνωση), είτε από τους εργαζόμενους (εργατικά σωματεία, μισθοί, χαμηλή παραγωγικότητα), είτε από το κράτος (φόρος κερδών, εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, έμμεσοι φόροι), είτε από τις τιμές των εισαγομένων αγαθών ή πρώτων υλών.

3.Εισαγόμενος πληθωρισμός
Εισαγόμενος πληθωρισμός υπάρχει στην περίπτωση αύξησης των τιμών των πρώτων υλών ή αύξησης της ζήτησης των εγχώριων προϊόντων από το εξωτερικό.

4 Κατευθυνόμενος πληθωρισμός
Υφίσταται όταν οι νομισματικές αρχές αυξάνουν την προσφορά χρήματος ( έκδοση νέου χρήματος)

5 Πληθωρισμός αδράνειας.
Πληθωρισμό αδράνειας έχουμε όταν ο ρυθμός αύξησης του πληθωρισμού είναι σταθερό, δηλαδή αυξάνεται κάθε χρόνο με τον ίδιο ρυθμό, ακόμα και αν η ανεργία βρίσκεται στο φυσικό της ποσοστό ( περίπου 6%) ή δεν υπάρχουν εξωγενείς διαταραχές της προσφοράς ( π.χ. αύξηση τιμής πετρελαίου). Αυτό συμβαίνει επειδή οι πληθωριστικές προσδοκίες του παρελθόντος επηρεάζονται από το μελλοντικό πληθωρισμό και γιατί οι προσδοκίες αυτές επηρεάζουν την τιμολογιακή πολιτική των επιχειρήσεων και τους μισθούς


Προστιθέμενη αξία


Είναι η εκάστοτε οικονομική επιβάρυνση της αξίας ενός αγαθού ως πρώτη ύλη σε κάθε στάδιο της επεξεργασίας του μέχρι την τελική μορφή του που φθάνει έτοιμο στην κατανάλωση. Έστω για παράδειγμα, ότι ένα εργοστάσιο αγοράζει πρώτες ύλες αξίας 2000 ευρώ και στη συνέχεια πουλάει τα προϊόντα της έναντι 3500 ευρώ. Η προστιθέμενη αξία του συγκεκριμένου αγαθού είναι 3500 – 2000 = 1500 ευρώ, η οποία αποτελείται από αμοιβές εργαζομένων, τα κέρδη του επιχειρηματία, το ρίσκο που αυτός ανέλαβε για να αναλάβει την παραγωγή αυτού του προϊόντος κλπ. Επομένως η προστιθέμενη αξία είναι μια μορφή προσαύξησης μετρούμενη σε νομισματικές μονάδες.
Για να κρίνουμε πόσο "ελληνικό" είναι ένα προϊόν, θα πρέπει να αναλύσουμε την προστιθέμενη αξία του κ να διαπιστώσουμε τι ποσοστό αυτής της αξίας προέρχεται από την Ελλάδα.

Στόχος μας είναι να κρατάμε για όλα τα προϊόντα όσο το δυνατόν χαμηλότερα την εισαγόμενη προστιθέμενη αξία ( πχ τρακτέρ εισαγωγής που συμβάλουν στην παράγωγη αγαθών) και όσο το δυνατόν υψηλότερη την ελληνική( πχ ελληνικές πρώτες ύλες όπως λίπασμα κλπ π συμβάλουν στην παραγωγή αγαθών).





Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου