Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Ιδιωτικοποιήσεις. Πόσο τις έχουμε ανάγκη ;


  Ιδιωτικοποίηση έχουμε, όταν κρατικοί οργανισμοί ή περιουσιακά στοιχεία μεταφέρονται σε ιδιώτες επενδυτές, με σκοπό την βελτίωση της ποιότητας των παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών και τη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων[1]. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα του δημοσίου τομέα.
  Απαραίτητη προϋπόθεση για να έχει μια χώρα ανάπτυξη είναι να υπάρχει επένδυση, ώστε να δημιουργηθούν νέα κεφαλαιουχικά αγαθά (βιομηχανικά κτίρια, εξοπλισμός, μηχανήματα) και  νέες θέσεις εργασίας. Αυτό θα δώσει μια ώθηση στην οικονομία και θα δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες για οικονομική άνθηση. Οι επενδύσεις παίζουν αποφασιστικό ρόλο στον προσδιορισμό της μακροχρόνιας επενδυτικής συμπεριφοράς μιας οικονομίας. Όσο αυξάνεται ο ρυθμός επένδυσης, τόσο αυξάνεται και το απόθεμα κεφαλαίου, γεγονός που οδηγεί σε υψηλότερο προϊόν (ΑΕΠ).
  Όλοι συμφωνούμε ότι το ζητούμενο στη Ελλάδα σήμερα είναι η ανάπτυξη. Δε μπορούμε όμως, να βασιστούμε σε ένα κρατικοκεντρικό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης, γιατί η εμπειρία έδειξε ότι  υπερβολικός κρατισμός αποτελεί τροχοπέδη στην ομαλή λειτουργία μιας οικονομίας. Μια λύση που μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες ανάπτυξης είναι η ρεαλιστική αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας, δηλαδή οι αναγκαίες ιδιωτικοποιήσεις.
  Η εμπειρία των ιδιωτικοποιήσεων στην Ελλάδα ξεκίνησε - με έντονες αντιδράσεις - το 1990. Στα 23 χρόνια που μεσολάβησαν το σύνολο των κρατικών εσόδων από ιδιωτικοποιήσεις κάθε μορφής στη χώρα μας δεν έχει ξεπεράσει τα 25 δισ. ευρώ. Ως πιο επιτυχημένη κρίνεται η εμπλοκή της Deutsche Telekom, οι οποίες μας δίνουν και ένα είδος προτύπου για το τι πρέπει να ακολουθήσει: οι πιθανότητες επιτυχίας αυξάνονται όταν οι επενδυτές είναι ισχυροί και αξιόπιστοι επιχειρηματικοί όμιλοι του εξωτερικού (ή εσωτερικού) που μπορούν να φέρουν νέες επενδύσεις σε βάθος χρόνου, παρακάμπτοντας τους σκοπέλους της εσωτερικής πολιτικής διαπλοκής. Με βάση αυτό το πρότυπο η ιδιωτικοποίηση έχει διπλό όφελος : Πρώτον, θα μειωθούν τα κρατικά ελλείμματα, όπως ειπώθηκε παραπάνω, και δεύτερον, θα οδηγήσει σε οικονομική άνθηση τη χώρα, αφού θα αυξηθούν τα εισοδήματα μέσω της δημιουργίας των θέσεων εργασίας από τις ιδιωτικοποιήσεις, θα αυξηθεί η ζήτηση και θα κυκλοφορεί χρήμα στην αγορά. Επιπλέον το κράτος θα έχει επιπλέον φόρους και θα αυξηθούν οι εισφορές στα ταμεία. Η αυξημένη κίνηση του χρήματος στην αγορά θα αυξάνει σταδιακά τη ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες και προκειμένου η τελευταία να ικανοποιηθεί, οι επιχειρήσεις θα αυξήσουν το εργατικό δυναμικό τους, ώστε η προσφορά να γίνει «ίση» με τη ζήτηση και να υπάρξει ισορροπία στην αγορά. Όλα τα παραπάνω, θα οδηγήσουν στην αύξηση του ΑΕΠ και στη δημιουργία σταθερού μακροοικονομικού περιβάλλοντος. Έτσι, θα πυροδοτηθεί ένα επενδυτικό ρεύμα που θα αποδώσει πολλαπλασιαστικά οφέλη στην ελληνική οικονομία και στους πολίτες της.
  Επιπλέον οι ξένες επενδύσεις συμβάλλουν στη μεταφορά τεχνογνωσίας, τεχνολογίας αλλά και οργανωτικής κουλτούρας, βελτιώνοντας έτσι την ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας. Γύρω από κάθε επιτυχή επένδυση πάντα δημιουργούνται ευκαιρίες και για άλλες, μικρότερες ή μεγαλύτερες. Και όσο πιο επιτυχής είναι τόσο περισσότερο αποτελεί παράδειγμα που προσελκύει και άλλους επενδυτές στη χώρα. Βέβαια, η προσέλκυση νέων επενδυτών απαιτεί την ύπαρξη ενός στέρεου εδάφους, το οποίο με τη σειρά του απαιτεί αλλαγές σε πολλούς τομείς της οικονομίας (θα αναλυθούν σε επόμενο άρθρο). Τέλος, η ιδιωτικοποίηση προάγει τον ανταγωνισμό και την καινοτομία σε μια οικονομία δημιουργώντας ακριβοδίκαιες αγορές, όπως μας λέει το πρώτο θεώρημα οικονομικής ευημερίας[2].
  Από την άλλη πλευρά, η μαζική ιδιωτικοποίηση της οικονομίας δε θα αποφέρει τα παραπάνω οφέλη και θα εξηγήσουμε πάραυτα το γιατί. Υπάρχουν αγαθά και υπηρεσίες σε μια οικονομία, τα οποία είναι απαραίτητα για την επιβίωση του ανθρώπου, όπως για παράδειγμα το νερό, το φως, η υγεία κλπ. Η οικονομική θεωρία μας λέει ότι, αν αυξηθεί η τιμή τέτοιου είδους προϊόντων (αγαθά ή υπηρεσίες), η ζητούμενη ποσότητα θα μειωθεί ελάχιστα και σε ακραίες περιπτώσεις καθόλου. Το παραπάνω συμβαίνει, γιατί χωρίς αυτά τα προϊόντα ο άνθρωπος δε μπορεί να επιβιώσει και ως εκ τούτου οι καταναλωτές δε θα αντιδράσουν ιδιαίτερα σε αυξήσεις των τιμών αυτών των προϊόντων. Δηλαδή, η ζήτηση για τα παραπάνω αγαθά είναι ανελαστική ως προς την τιμή[3].
  Μια άλλη θεωρία, αυτή της χρησιμότητας[4], μας λέει ότι οι καταναλωτές αγοράζοντας προϊόντα αντλούν μια Χ ικανοποίηση (εξ ου και η χρησιμότητα) και επιδιώκουν να τη μεγιστοποιούν συνεχώς με βάση το διαθέσιμο προς κατανάλωση εισόδημά τους. Επομένως, με βάση την τελευταία θεωρία γίνεται αντιληπτό ότι ο ένας από τους δυο πυλώνες της αγοράς, δηλαδή η ζήτηση, συνδέεται με την άντληση χρησιμότητας των καταναλωτών που προκύπτει από την αγορά διαφόρων προϊόντων. Οι καταναλωτές στην προσπάθειά τους να μεγιστοποιήσουν τη χρησιμότητα αυτή, αγοράζουν όσο το δυνατόν περισσότερα προϊόντα μπορούν, αλλά επειδή ο καταναλωτής έχει την ελευθερία της επιλογής, δεν αγοράζει αυτό που κρίνει ως υπερτιμημένο, αναγκάζοντας τον πωλητή να ρίξει τη τιμή, εξισορροπώντας την αγορά. Παραδείγματος χάριν, κανείς μας δεν είναι διατεθειμένος να πληρώσει 5€ για ένα αναψυκτικό, επομένως ο πωλητής που έχει θέσει μια τέτοια τιμή θα αναγκαστεί να τη χαμηλώσει αρκετά. Δηλαδή, σε τέτοιου είδους αγαθά (κανονικά αγαθά), ο καταναλωτής από την πλευρά της ζήτησης είναι αυτός που προκαλεί ισορροπία στην αγορά. Όταν όμως αίρεται η δύναμη του καταναλωτή, τι γίνεται ; Τότε, το παιχνίδι της αγοράς παίζεται αποκλειστικά από την προσφορά και όχι από τη ζήτηση. Και αυτό γιατί, όπως εξηγήσαμε παραπάνω, υπάρχουν αγαθά που είναι ανελαστικά ως προς την τιμή.
  Ας πάρουμε για παράδειγμα το αγαθό τη υγείας. Έστω ότι ιδιωτικοποιείται πλήρως αυτός ο κλάδος. Για να πληρούνται οι προϋποθέσεις του ανταγωνισμού, θα πρέπει να υπάρχουν πάρα πολλές κλινικές. Μολαταύτα, είναι αδύνατον σε κάθε περιοχή να υπάρχουν τόσα πολλά νοσοκομεία, είναι οικονομικά ασύμφορο. Τα νοσοκομεία απαιτούν μεγάλα και ειδικά προσαρμοσμένα κτίρια, ένα πλήθος πανάκριβων ιατρικών μηχανημάτων, εξίσου ακριβών αναλώσιμων και φυσικά πρέπει να στελεχώνονται από άκρως εξειδικευμένο προσωπικό όπως είναι οι νοσηλευτές και οι γιατροί και μάλιστα όλων των ειδικοτήτων. Οι πωλητές “υγείας” (ή νερού ή ηλεκτρισμού) δεν θα είναι πολλοί, γιατί η ίδια η φύση των συγκεκριμένων αγορών είναι τέτοια, μεγάλα πάγια έξοδα και πολύ μεγάλη αρχική επένδυση, που καθιστά τις εν λόγω αγορές φυσικά μονοπώλια ή ολιγοπώλια. Λίγοι μπορούν να δραστηριοποιηθούν σε αυτές και το μεγάλο πλεονέκτημα των φυσικών μονοπωλίων, πχ ΔΕΗ, είναι ότι παράγουν υπηρεσίες με οικονομίες κλίμακας[5], δηλαδή παράγουν περισσότερα προϊόντα με μικρότερο ανά μονάδα κόστος . Βέβαια απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο εκσυγχρονισμός της τεχνολογίας και η ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού, δηλαδή η βελτίωση της παραγωγικότητας. (Αυτά θα αναλυθούν σε επόμενο άρθρο).  Εφόσον λοιπόν μπορούν να πωλούν κάτι που κανείς μας δεν έχει την επιλογή να μην πάρει ή να μποϋκοτάρει, σημαίνει πως θα πωλούν ακριβά, έτσι άλλωστε επιτάσσει η ίδια η οικονομική θεωρία. Σκοπός των επιχειρήσεων είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους, δεν είναι ευαγή ιδρύματα. Τούτο σημαίνει πως αυτοί που δεν διαθέτουν το εισόδημα για να καταναλώσουν αυτά τα αγαθά και τις υπηρεσίες θα πεθαίνουν, σημαίνει πως κάποιοι θα θησαυρίζουν από την θνητότητα μας, την ανάγκη μας για επιβίωση.
  Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, προκύπτει το συμπέρασμα ότι τα ανελαστικά αγαθά πρέπει να βρίσκονται υπό τον απόλυτο κοινωνικό έλεγχο, οι “επιχειρήσεις” που τα παράγουν ή τα προσφέρουν πρέπει να έχουν μόνο κριτήριο την κοινή ωφέλεια και όχι το κέρδοςΤο κόστος παραγωγής να αποτελεί και το τελικό κόστος και αυτό να λογαριάζεται με όρους κοινωνίας ή κοινότητας και όχι με όρους “πελάτη- καταναλωτή’’ της επιχείρησης. Η υγεία, η παιδεία, το νερό, ο ηλεκτρισμός δεν υπόκεινται στις δυνάμεις της αγοράς απλούστατα,  επειδή δεν έχουμε την επιλογή να μην τα καταναλώσουμε. Η ιδιωτικοποίηση αυτών των αγαθών, θα πιέσει μακροπρόθεσμα τις τιμές προς τα πάνω, όταν το οικονομικό κλίμα καταστεί σταθερό.


 


 








[1] Εξηγείται η έννοια αυτή στο γλωσσάρι
[2] Τα θεωρήματα οικονομικής ευημερίας αναλύονται στο γλωσσάρι.
[3] Τα είδη της ελαστικότητας ως προς την τιμή αναλύονται στο γλωσσάρι.
[4] Η έννοια αυτή αναλύεται στο γλωσσάρι.
[5] Αναλύεται στο γλωσσάρι.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου