Κυριακή 27 Απριλίου 2014

Λίγα λόγια για το χρήμα



  Χρήμα είναι ένα κοινά αποδεκτό ανταλλακτικό μέσο, το οποίο χρησιμοποιείται για να πραγματωθούν οι συναλλαγές μεταξύ των οικονομικών μονάδων (πολίτες, τράπεζες, κράτος κλπ). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν πολλές εκδοχές για το πώς δημιουργείται το χρήμα και η εξήγηση του δεν είναι εύκολη. Σήμερα, το 2,5% του χρήματος δημιουργείται από τις Κεντρικές τράπεζες, ενώ το υπόλοιπο 97,5% δημιουργείται από τις ιδιωτικές τράπεζες με την παρακάτω διαδικασία:
  Τα κράτη δανείζονται από τους ιδιώτες (ιδιωτικές τράπεζες) χρήματα με τόκο, δίνοντας σε αυτούς, σαν αποδεικτικό στοιχείο, χαρτιά, τα οποία ονομάζονται κρατικά ομόλογα. Αυτά πλέον βρίσκονται σε άυλη μορφή, ως λογιστική εγγραφή σε έναν υπολογιστή. Οι κεντρικές τράπεζες αγοράζουν  ομόλογα που κατέχουν διάφοροι ιδιώτες επενδυτές, δίνοντάς τους χρήμα, το οποίο το δημιουργούν από το μηδέν, απλά τυπώνοντάς το στο λογαριασμό του ιδιώτη επενδυτή. Τέλος μετά από ένα εξάμηνο ή χρόνο (αναλόγως το ομόλογο), οι επενδυτές πρέπει να αποπληρώσουν τα τοκοχρεολύσια. Έτσι αυξάνεται η προσφορά χρήματος, ενώ με την πώληση ομολόγων στους ιδιώτες επενδυτές μειώνεται. Το χρήμα αυτό είναι το χρήμα που δημιουργείται από τις κυβερνήσεις με την πολιτική ανοικτής αγοράς και αντιπροσωπεύει το 2,5% του χρήματος που κυκλοφορεί διεθνώς !
  Τώρα, ας περιγράψουμε πως δημιουργείται το υπόλοιπο 97,5% του χρήματος. Η ιδιωτική τράπεζα, στην οποία βρίσκεται ο λογαριασμός του ιδιώτη επενδυτή, αποκτά με τη διαδικασία αυτή κατάθεση ίση με Κ. Αυτή η κατάθεση παρέχει στην τράπεζα τη νόμιμη ιδιότητα, να χορηγήσει δάνειο ίσο με το 90% της αξίας της κατάθεσης Κ, ενώ το υπόλοιπο 10% είναι υποχρεωμένη να το κρατήσει ως απόθεμα ασφαλείας. Η δημιουργία αυτού του χρήματος έγινε από το μηδέν, πατώντας απλά ένα πλήκτρο του υπολογιστή, ώστε να δημιουργηθεί ένας τραπεζικός λογαριασμός στον δανειζόμενο. Εν συνεχεία, η τράπεζα που κατέχει αυτό το ποσό, δηλαδή 90%Κ, μπορεί να δανείσει το 90% του 90%Κ, δηλαδή το 81%Κ, και να κρατήσει ένα 10% ως απόθεμα ασφαλείας από το 90%Κ. Αυτή η διαδικασία μπορεί να συνεχιστεί επ’ άπειρον και οι ιδιωτικές τράπεζες θα καταλήξουν να δανείζουν 0,9Κ + 0,92 Κ +0,93Κ+… + 0,9νΚ= 9Κ. Για παράδειγμα, αν κάποιος καταθέσει 100 ευρώ σε μια τράπεζα, η τελευταία μπορεί να δανείσει το 90% αυτής της κατάθεσης, δηλαδή 90 ευρώ, και να κρατήσει τα υπόλοιπα 10 ευρώ ως απόθεμα ασφαλείας. Έστω ότι η τράπεζα δανείζει το παραπάνω ποσό. Στη συνέχεια, τα 90 αυτά ευρώ θα γίνουν κατάθεση σε ένα νέο τραπεζικό λογαριασμό του δανειολήπτη. Έτσι η τράπεζα, που θα έχει αυτή την κατάθεση, θα μπορέσει να δανείσει το 90% των 90 ευρώ, δηλαδή 81 ευρώ, και να κρατήσει τα υπόλοιπα 9 ως απόθεμα ασφαλείας κοκ.  Παρατηρούμε λοιπόν, ότι οι ιδιωτικές τράπεζες μπορούν να δημιουργήσουν 9 φορές περισσότερο χρήμα από αυτό, το οποίο δημιούργησε αρχικά η Κεντρική Τράπεζα (αγοράζοντας ομόλογα από το κοινό). Δηλαδή, μπορούν να δημιουργήσουν από 1 πραγματικό ευρώ κατάθεσης άλλα 9 ευρώ. Βέβαια, σήμερα οι τράπεζες μπορούν να δημιουργήσουν χρήμα από το μηδέν (αέρας) με μεγαλύτερες αναλογίες, όπως 20:1 ή 30:1. Ο παραπάνω πολλαπλασιαστικός ρυθμός αύξησης του χρήματος, ονομάζεται τραπεζικός πολλαπλασιαστής και το σύστημα αυτό δανεισμού και δημιουργίας χρήματος από τις τράπεζες που περιγράψαμε, ισχύει σχεδόν σε παγκόσμια κλίμακα και ονομάζεται «τραπεζικό σύστημα κλασματικών αποθεμάτων» (fractional reserve banking).
Ας δούμε όμως ένα διαφορετικό παράδειγμα με τη χρήση νομισματικών δεικτών. Έστω ότι υπάρχουν 10 άτομα σε μια οικονομία και μια τράπεζα. Το κάθε άτομο έχει στην κατοχή του 10 ευρώ σε ρευστό, από τα οποία τα 5 ευρώ τα έχει στην τσέπη του και τα υπόλοιπα 5 τα έχει σε καταθέσεις στην τράπεζα. Επομένως, στην οικονομία κυκλοφορούν συνολικά 100 ευρώ, 50 ευρώ στις τσέπες των πολιτών και 50 ευρώ σε καταθέσεις. Τα 100 αυτά ευρώ αποτελούν το δείκτη Μ1, δηλαδή το σύνολο των νομισμάτων, χαρτονομισμάτων και τις καταθέσεις όψεως. Άρα ο νομισματικός δείκτης Μ1 αποτελεί τη συνολική νομισματική κυκλοφορία (ρευστότητα).
Έστω τώρα ότι κάποιος πάει σε έναν προμηθευτή για να αγοράσει πρώτες ύλες αξίας 10 ευρώ για την επιχείρησή του και αντί να τον πληρώσει σε μετρητά, του δίνει μια επιταγή ίσης αξίας. Η επιταγή αυτή έχει διπλό ρόλο : 1) αποτελεί πίστωση και 2) είναι πραγματικό χρήμα, γιατί μπορεί να χρησιμοποιηθεί για νέα αγορά προϊόντος. Επομένως, τώρα έχουμε 100 ευρώ σε κυκλοφορία (ρευστό) και 10 ευρώ σε πίστωση. Δηλαδή  ο δείκτης Μ1=100 και ο δείκτης Μ3=110,  ο οποίος περιλαμβάνει το δείκτη Μ1,Μ2 και  περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας, όπως προθεσμιακές καταθέσεις > 100.000 ευρώ κλπ. Άρα στο σύνολο κυκλοφορούν 110 ευρώ στην αγορά.
Ο παραλήπτης των 10 ευρώ πάει στην τράπεζα και παίρνει ένα δάνειο ίσης αξίας με εγγύηση την παραπάνω επιταγή. Δηλαδή το Μ3 αυξήθηκε κατά 10 ευρώ  => Μ3=120. Κάποιος άλλος πάει στην τράπεζα και αγοράζει ένα δάνειο 20 ευρώ για να επισκευάσει κάτι στο σπίτι του. Έτσι, το Μ3=140. Επιπλέον, κάποιοι θέλουν να αγοράσουν μετοχές αξίας 10 ευρώ και για να το κάνουν αυτό ανοίγουν ένα margin κωδικό σε μια χρηματιστηριακή εταιρία. Τώρα,  το Μ3=150.
Παρατηρούμε λοιπόν ότι τα χρήματα που είχε η τράπεζα προς δανεισμό, δηλαδή τα 50 ευρώ, τελείωσαν ( επιταγή, δάνειο,  στεγαστικό, μετοχές). Η τράπεζα θα μαζέψει τις πιστώσεις που έχει και θα φτιάξει ένα ομόλογο ίσης αξίας (50 ευρώ) με εγγύηση τις απαιτήσεις που έχει για να εισπράξει τα χρήματα από τις πιστώσεις που έδωσε. Με απλά λόγια, η τράπεζα πουλάει τις πιστώσεις της (δανεισμό της). Οι κάτοικοι της οικονομίας που περιγράψαμε θα δώσουν τα 5 ευρώ που διαθέτουν ως ρευστό και θα αγοράσουν αυτό το ομόλογο. Άρα η τράπεζα έχοντας και πάλι €50 σε καταθέσεις, μπορεί και πάλι να αρχίζει να δανείζει λεφτά με παρόμοιο τρόπο. Παρατηρούμε ότι ο Μ1=100 ευρώ και τώρα ο Μ3=200 (150 πριν + 50 τώρα με το ομόλογο). Επομένως, γίνεται αντιληπτό ότι το ρευστό δεν έχει αλλάξει χέρια και ότι όλες οι συναλλαγές έχουν γίνει με πίστωση. Δηλαδή το συνολικό χρήμα στην οικονομία (Μ3) έχει διπλασιαστεί ( από 100 έγινε 200 ευρώ), χωρίς να χρησιμοποιηθεί ρευστό.
Κλείνοντας, πρέπει να επισημανθεί ότι η παραπάνω οικονομία είναι απλή και όχι δυναμική. Πολλές πιστώσεις λήγουν, ή ξεπληρώνονται. Έτσι λοιπόν, η τράπεζα και τα ομόλογα συνεχώς ανανεώνονται η εκδίδονται καινούργια. Όλη αυτή η ρευστότητα ανακυκλώνεται συνεχώς στο σύστημα, είτε μέσο τραπεζών είτε μέσο των αγορών κεφαλαίου. Όσο υπάρχει ανάπτυξη, αυτό μεγαλώνει. Όσο ο κόσμος αισθάνεται σιγουριά, τόσο ανοίγεται.  Έτσι, οι προσδοκίες για ένα καλύτερο αύριο αποτελούν την κινητήριο δύναμη μιας οικονομίας.




Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου