Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Εθνικό νόμισμα ή Ευρώ ; (Μέρος Α΄)

Εθνικό Νόμισμα



Τα τελευταία χρόνια η ύφεση βαθαίνει όλο και περισσότερο, η ανεργία καλπάζει, οι επιχειρήσεις κλείνουν ή αλλάζουν έδρα, τα εισοδήματα συμπιέζονται προς τα κάτω,  οι προσδοκίες για ένα καλύτερο αύριο τείνουν να εξαϋλωθούν και οι νέοι αναζητούν την τύχη τους στο εξωτερικό. Όλη αυτή η κατάσταση έφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για εθνικό νόμισμα ή ευρώ. Οι οικονομολόγοι διάλεξαν τα στρατόπεδα τους, βομβαρδίζοντας μας καθημερινά με νούμερα και θεωρίες, χωρίς να προσπαθήσουν ιδιαίτερα να μας εξηγήσουν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της κάθε πλευράς. Είναι γεγονός ότι τα προβλήματα της Ελλάδας δεν έχουν – κατά βάση –  σχέση  με το νόμισμά της, αλλά δε θα μας βλάψει μια αντικειμενική προσέγγιση των πραγμάτων. Στο παρόν άρθρο θα μιλήσουμε για τα βασικά πλεονεκτήματα και  μειονεκτήματα που έχει το εθνικό νόμισμα σε σχέση με αυτά που έχει το ευρώ.
Η άσκηση της (μακρο)οικονομικής πολιτικής σε μια χώρα γίνεται με δυο βασικά και αλληλένδετα εργαλεία, τη Νομισματική Πολιτική, η οποία γίνεται από την Κεντρική της Τράπεζα, που αφορά τον έλεγχο κυκλοφορίας του χρήματος και τα επιτόκια, και τη Δημοσιονομική Πολιτική, που αφορά τους φόρους, τις δημόσιες δαπάνες και το δημόσιο δανεισμό. Όταν μια χώρα έχει βυθιστεί σε ύφεση, το κράτος χρηματοδοτεί τις δημόσιες επενδύσεις με την αύξηση της ποσότητας χρήματος που κυκλοφορεί στην οικονομία, μέσω έκδοσης νέου χρήματος από την Κεντρική της Τράπεζα, και όχι μέσω των φόρων. Στόχος αυτής της κίνησης είναι να τονωθεί η εγχώρια ζήτηση. Όταν το κράτος χρηματοδοτεί τα ελλείμματά του με έκδοση νέου χρήματος, δηλαδή με εσωτερικό δανεισμό, αυξάνει την ποσότητα χρήματος που κυκλοφορεί στην οικονομία και μειώνει το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι επενδυτικές ευκαιρίες, γεγονός που θα οδηγήσει σε σταθεροποίηση τις οικονομίας. Η εγχώρια ζήτηση θα τονωθεί και θα υπάρξουν ευκαιρίες για περαιτέρω ανάπτυξη. Μπαίνοντας όμως στο ευρώ, χάθηκε η δυνατότητα μας να ασκούμε νομισματική πολιτική, γιατί η ποσότητα χρήματος που κυκλοφορεί μέσα στη νομισματική ένωση καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και όχι από τις Κεντρικές Τράπεζες της κάθε χώρας-μέλους. Έτσι, το μόνο εργαλείο που έχουμε για να ασκήσουμε Οικονομική Πολιτική είναι η Δημοσιονομική Πολιτική. Αυτό σημαίνει ότι για να χρηματοδοτήσουμε τα ελλείμματά μας θα πρέπει να αυξήσουμε τη φορολογία ή να μειώσουμε τις δημόσιες δαπάνες ή να προβούμε σε εξωτερικό δανεισμό. Με αφορμή το τελευταίο, κάνοντας μια αναδρομή στο παρελθόν, θα δούμε ότι η Ελλάδα δανείστηκε περίπου 490 δις ευρώ από τις αγορές, κυρίως για να αποπληρώσει τοκοχρεολύσια παλαιότερων ετών, αφού με το που μπήκαμε στο ευρώ όλο το εσωτερικό μας χρέος μετατράπηκε σε εξωτερικό, δηλαδή σε συνάλλαγμα. Με άλλα λόγια το χρήμα, που εμείς χρωστούσαμε σε εμάς (εσωτερικό χρέος της χώρας), μετατράπηκε σε χρήμα που το χρωστούσαμε σε συνάλλαγμα προς το εξωτερικό (εξωτερικό χρέος της χώρας).
Από την άλλη πλευρά, ο έλεγχος του χρέους με «τύπωμα» χρήματος δημιουργεί πληθωρισμό[1], γεγονός που μειώνει την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και ζημιώνει τους δανειστές, αφού παίρνουν λιγότερα πραγματικά χρήματα από αυτά που δανείζουν. Σταδιακά η αγορά προσαρμόζεται, γιατί οι οικονομικές μονάδες προσδοκούν και στο μέλλον πληθωρισμό. Βέβαια πρέπει να τονιστεί ότι οι πληθωριστικές πιέσεις μέσω εσωτερικού δανεισμού είναι έντονες μόνο, όταν το νέο χρήμα κατευθύνεται στη δημόσια κατανάλωση, όπως δαπάνες για άμυνα, διοίκηση, σχολεία(γραφική ύλη, θρανία κ.α.), νοσοκομεία(προσωπικό, φάρμακα κ.α.) κλπ. Όταν το νέο χρήμα έχει ως στόχο τη δημόσια επένδυση, όπως έργα υποδομών, ανέγερση σχολείων, νοσοκομείων κλπ,  τότε δεν υπάρχουν τάσεις αύξησης του πληθωρισμού. Επομένως, μια χώρα που βρίσκεται σε ύφεση θα πρέπει να κάνει την «ένεση» χρηματοδότησης στις δημόσιες επενδύσεις και όχι στη δημόσια κατανάλωση.
Ένα ακόμα βασικό εργαλείο ανάκαμψης μιας οικονομίας με εθνικό νόμισμα είναι η υποτίμηση του νομίσματός της. Η λέξη αυτή συνήθως προκαλεί φόβο, αλλά όχι πάντα δικαιολογημένα. Σε μερικές χώρες η υποτίμηση του νομίσματός τους δεν είναι επιθυμητή, αλλά επιτακτική. Όταν μια οικονομία έχει ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο, είναι καταδικασμένη να υποτιμήσει το νόμισμά της και θα εξηγήσουμε αμέσως το λόγο. Μια οικονομία διολισθαίνει επειδή δεν είναι ανταγωνιστική ή διαφορετικά επειδή τα προϊόντα της είναι ακριβά για την ποιότητά τους. Επομένως, μια υποτίμηση στο νόμισμα θα μειώσει τις τιμές αυτών των προϊόντων και θα τα κάνει πιο ελκυστικά στους ξένους καταναλωτές και ταυτόχρονα τα εισαγόμενα προϊόντα θα είναι ακριβά για τους εγχώριους καταναλωτές, με αποτέλεσμα να προτιμάται η εγχώρια παραγωγή. Από την άλλη πλευρά, η υποτίμηση θα ασκήσει πληθωριστικές πιέσεις, γιατί θα γίνουν ακριβότερα τα εισαγόμενα προϊόντα και οι πρώτες ύλες. Οι επιχειρήσεις θα αυξήσουν τις τιμές για να καλύψουν την αύξηση του κόστους, που θα προέλθει από την αύξηση των τιμών των πρώτων υλών, οι εργαζόμενοι θα ζητήσουν αύξηση των μισθών και η τελευταία θα προκαλέσει ανατροφοδοτούμενο πληθωρισμό, αφού θα αυξηθούν περισσότερο τα κόστη των επιχειρήσεων κλπ. Επιπλέον, τα επιτόκια θα αυξηθούν καθώς οι επενδυτές θα ζητούν υψηλότερα επιτόκια για να καλύψουν τη χασούρα από τον πληθωρισμό (φόρος πληθωρισμού), με αποτέλεσμα το κράτος και οι καταναλωτές να πληρώνουν υπέρογκους φόρους και οι επενδύσεις να εκτοπισθούν. Έτσι η ζήτηση θα αρχίσει σταδιακά να υποχωρεί και αυξάνεται σταδιακά η αποταμίευση. Έπειτα, οι τιμές θα πέσουν προκειμένου να υπάρξει ισορροπία στην αγορά άρα και οι μισθοί, αφού οι μειωμένες τιμές σημαίνουν μειωμένα κέρδη. Βέβαια, όλα τα παραπάνω είναι σχετικά, καθώς τα αρνητικά ή θετικά αποτελέσματα μιας υποτίμησης εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες, όπως ο βαθμός υποτίμησης, η εξάρτηση της χώρας από ενεργειακές ανάγκες, τις οριακές ροπές κατανάλωσης – αποταμίευσης, τις ελαστικότητες ζήτησης ως προς την τιμή κάθε αγοράς κ.α. Επίσης, πρέπει να τονίσουμε ότι σε περιόδους κρίσης μια μεγάλη υποτίμηση του νομίσματος θα πλήξει την οικονομία, γιατί η εμπιστοσύνη εγχώριων και ξένων επενδυτών προς το νόμισμα θα κλονιστεί και θα υπάρξουν προβλήματα συναλλαγματικών διαθεσίμων. Τέλος η υποτίμηση μειώνει οριζόντια το κόστος ζωής , παράλληλα με το εισόδημα, επιτρέποντας μια σχετικά λογική διαβίωση. Φθηνά τρόφιμα, υπηρεσίες, ενοίκια κλπ, εξαιρουμένων των εισαγόμενων προϊόντων, πχ φάρμακα, Α’ ύλες κλπ.
Η Ελλάδα παλαιότερα υποτιμούσε και διολίσθαινε τη δραχμή και μπορούσε πρόσκαιρα να διορθώσει τις ανισορροπίες. Βέβαια, το πρόβλημα των χρόνιων εμπορικών ελλειμμάτων δε διορθώθηκε ποτέ και η λύση της περαιτέρω υποτίμησης ήταν μονόδρομος, με αποτέλεσμα αυτό το καλό εργαλείο να αχρηστευθεί και να μην αποδώσει τα μέγιστα που μπορούσε να αποδώσει. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, να στηρίζονται οι εγχώριες επιχειρήσεις και οι Έλληνες να χάνουν συνεχώς αγοραστική αξία χωρίς να το συνειδητοποιούν. Όταν μπήκαμε στο ευρώ, αποκτήσαμε αγοραστική δύναμη, αλλά αυξήθηκε το επίπεδο τιμών και τα προϊόντα μας έγιναν ακριβά για τους ξένους καταναλωτές. Το παραπάνω γεγονός σε συνδυασμό με τη χαμηλή ποιότητα των ελληνικών προϊόντων, έκανε τους Έλληνες καταναλωτές να προτιμούν εισαγόμενα προϊόντα, που έχουν καλύτερη σχέση αξίας-ποιότητας σε σχέση με τα ελληνικά, με αποτέλεσμα να «απαξιωθεί» η εγχώρια αγορά.
Επομένως, γίνεται αντιληπτό ότι τα προβλήματα που υπάρχουν στην Ελλάδα είναι περισσότερο δομικά-οργανωτικά παρά νομισματικά. Σίγουρα το εθνικό νόμισμα δίνει το προνόμιο σε μια χώρα να χρηματοδοτεί τα ελλείμματά του και να διοχετεύει αυτό το χρήμα, όπου αυτό θεωρεί σκόπιμο,  όπως επίσης να υποτιμάει το νόμισμά της, όποτε το θεωρεί σκόπιμο. Όμως, η κακή χρήση αυτών των εργαλείων μπορεί να αποφέρει καταστροφικές συνέπειες σε μια οικονομία, όπως πληθωρισμός, υψηλά επιτόκια, εκτοπισμός επενδύσεων. Το σίγουρο είναι ότι αν δεν υπάρχει οργάνωση σε ένα κράτος, ώστε να δημιουργηθούν προϋποθέσεις για ένα σταθερό μακροοικονομικό περιβάλλον, το εθνικό νόμισμα ή το ευρώ δε θα βοηθήσουν πουθενά. Η μείωση του βιοτικού επιπέδου σε μια χρεωκοπημένη χώρα είναι βέβαιη είτε έχει εθνικό νόμισμα είτε έχει ευρώ. Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις.









[1] Αναλύεται στο γλωσσάρι

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου