Σάββατο 17 Μαΐου 2014

Εθνικό Νόμισμα ή Ευρώ ; (Μέρος Β’)


Ευρώ


Στο παρόν άρθρο θα αναφερθούμε στα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που έχει το ευρώ καθώς και στη γενική πορεία της Ελλάδας εντός του ευρώ. Πριν ξεκινήσει όμως η ανάλυση μας, ας κάμουμε μια σύντομη αναδρομή στο παρελθόν σχετικά με τη δημιουργία του ευρώ και της ευρωζώνης. Η Ελλάδα υιοθέτησε επίσημα το ευρώ το 2002 με ισοτιμία 1 ευρώ = 340,750 δραχμές (πρέπει να παραδεχτούμε ότι η παραπάνω ισοτιμία ήταν πολύ ευνοϊκή για την οικονομική εικόνα της τότε Ελλάδας). Την 1η Ιανουαρίου 2002 τα τραπεζογραμμάτια και κέρματα ευρώ εισήχθησαν σε 12 χώρες με συνολικό πληθυσμό 308 εκατομμυρίων κατοίκων. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη νομισματική μετάβαση που έχει γίνει ποτέ σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η μετάβαση ολοκληρώθηκε μέσα σε δύο μήνες. Τα εθνικά τραπεζογραμμάτια και κέρματα έπαυσαν να αποτελούν νόμιμο χρήμα στο τέλος Φεβρουαρίου 2002. Πέντε χρόνια αργότερα, και αφού η Σλοβενία είχε ήδη γίνει την 1η Ιανουαρίου 2007 το 13ο μέλος της ζώνης του ευρώ, 316 εκατομμύρια κάτοικοι χρησιμοποιούσαν το ευρώ ως νόμισμα τους.  Από την 1η Ιανουαρίου 2008, μετά την ένταξη της Κύπρου και της Μάλτας στη ζώνη του ευρώ, ο αριθμός αυτός έφτασε τα 317 εκατομμύρια. Το όνομα του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος αποφασίστηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, κατά τη Σύνοδο της Μαδρίτης στις 15 και 16 Δεκεμβρίου 1995. Στην ίδια συνεδρίαση αποφασίστηκε ότι η λέξη «ευρώ» θα αναγράφεται στα τραπεζογραμμάτια ευρώ με την λατινική και την ελληνική γραφή (δηλαδή «EURO» και «ΕΥΡΩ»). Το σύμβολο του ευρώ είναι το «€», το οποίο προκύπτει από το ελληνικό γράμμα «έψιλον» και είναι το αρχικό γράμμα της λέξης «Ευρώπη». Οι δύο παράλληλες γραμμές παραπέμπουν στη σταθερότητα του ευρώ. Με αφορμή τις δυο τελευταίες λέξεις θα σας παρουσιάσω το παρακάτω γράφημα, που δείχνει την εξέλιξη του κατά κεφαλήν ΑΕΠ (εισόδημα) της Ελλάδας από το 2000 έως το 2013.


Παρατηρούμε λοιπόν ότι το κατά κεφαλήν εισόδημα του 2013 είναι λίγο υψηλότερο από αυτό του 2000. Η αύξηση του εισοδήματος, κυρίως μετά το 2002, οφείλεται στην αύξηση των τιμών, η οποία προκλήθηκε από την υιοθέτηση του ευρώ και την αύξηση της εγχώριας ζήτησης μέσω της ραγδαίας αύξησης των εισαγωγών και όχι λόγω αύξησης ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας. Η αύξηση των τιμών, έκανε τους εργαζομένους να ζητούν υψηλότερους μισθούς και οι υψηλότεροι μισθοί με τη σειρά τους οδήγησαν σε υψηλότερες τιμές, προκαλώντας ανατροφοδοτούμενο πληθωρισμό. Επιπλέον, η καθιέρωση του ενιαίου νομίσματος στις χώρες της ευρωζώνης συνεπάγεται και την καθιέρωση ενιαίου επιτοκίου. Το επιτόκιο του ευρώ, το 20005 βρισκόταν στο 2%, γεγονός που αποσκοπούσε κυρίως στον έλεγχο του πληθωρισμού των μεγάλων οικονομιών της Ευρώπης. Όμως στην Ελλάδα, εκείνη την εποχή, ο υψηλός πληθωρισμός σε συνδυασμό με τα χαμηλά επιτόκια, που, όπως είπαμε στο προηγούμενο άρθρο (Μέρος Α΄,) ελέγχονται από τις Κεντρικές Τράπεζες της κάθε χώρας (άρα η Ελλάδα δε μπορούσε να τα μεταβάλλει), πυροδότησε το δανεισμό καθιστώντας την ελληνική κοινωνία υπερκαταναλωτική. Ο Έλληνας καταναλωτής στράφηκε προς τα ξένα προϊόντα που είχαν καλύτερη σχέση τιμής ποιότητας σε σχέση με τα εγχώρια, με αποτέλεσμα να αυξηθούν περαιτέρω οι εισαγωγές. Επίσης, το χαμηλό επιτόκιο μείωσε τη ροπή προς αποταμίευση, πράγμα που σημαίνει ότι η ροπή προς κατανάλωση αυξήθηκε. Ο δανεισμός των νοικοκυριών έτρεχε με υψηλούς ρυθμούς, αυξάνοντας τη ζήτηση, ενώ η ιδιωτική επένδυση δεν αυξήθηκε με ανάλογους ρυθμούς, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η παραπάνω αύξηση των μισθών δεν ήταν πραγματική. Όσο είχε λεφτά ο κόσμος, όλα ήταν καλά. Όμως, μόλις ξέσπασε η κρίση, το ηφαίστειο κάτω από το παγόβουνο εξεράγει και έπνιξε την ελληνική οικονομία, χωρίζοντας την κοινή γνώμη σε δυο στρατόπεδα, το ευρώ και τη δραχμή. Η αλήθεια είναι ότι ούτε η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα θα σώσει την κατάσταση, ούτε και η παραμονή στο ευρώ, χωρίς διαρθρωτικές αλλαγές και σταθερό οικονομικό σχέδιο τουλάχιστον δεκαετίας. 
Ας περάσουμε τώρα στο κεφάλαιο ανταγωνιστικότητα. Είναι αλήθεια ότι μια υποτίμηση του νομίσματος κάνει ανταγωνιστικότερα τα προϊόντα μιας οικονομίας, τονώνει την εγχώρια ζήτηση και απαξιώνει αυτή των ξένων προϊόντων. Όμως ένα σοβαρό και επιζήμιο μειονέκτημα της υποτίμησης είναι η αύξηση των τιμών των εισαγόμενων προϊόντων και κυρίως των καυσίμων. Είναι όμως αυτή ολόκληρη η αλήθεια ; Παρατηρώντας το παρακάτω γράφημα, θα δούμε ότι οι ελληνικές εξαγωγές (exports) αυξήθηκαν μετά το 2002 (με το ευρώ), ενώ οι εξαγωγές την εποχή της δραχμής (1980 – 2000) αυξάνονταν αλλά με μικρότερους ρυθμούς συγκριτικά με τα ποσοστά υποτίμησης του τότε νομίσματός μας [1] . Δηλαδή, η κατακόρυφη υποτίμηση της δραχμής δε κατάφερε να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας συγκριτικά με το ευρώ. Ας εξηγήσουμε μερικούς λόγους που συνέβη αυτό : Το κοινό νόμισμα (ευρώ) δίνει ώθηση στις συναλλαγές εντός της ευρωζώνης, ακριβώς λόγω της απουσίας των συναλλαγματικών ισοτιμιών (μείωση της αβεβαιότητας των ισοτιμιών). Η διαδικασία αυτή συμπεριλαμβάνει την ευκολότερη διακίνηση αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίων και εργασίας, καθώς και χαμηλότερο κόστος των εμπορικών και χρηματοοικονομικών συναλλαγών (απουσία κόστους μετατροπής νομισμάτων). Επίσης εκλείπει ο κίνδυνος κερδοσκοπικών φαινομένων σε βάρος των εθνικών νομισμάτων (ειδικότερα των αδύναμων οικονομιών). Γίνεται εφικτή, ακόμη, η τόνωση του ανταγωνισμού εντός της ευρωζώνης  λόγω της αυξανόμενης διαφάνειας των τιμών, αφού τα μεγέθη είναι πλέον ευκόλως συγκρίσιμα. Όλα αυτά δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για ανάπτυξη εμπορικών δραστηριοτήτων, άρα αύξηση εξαγωγών. Επιπλέον, η ένταξη στην νομισματική ένωση αποτέλεσε ένα είδος «διαφήμισης» της χώρας μας, γεγονός που προσέλκυσε περισσότερα βλέμματα στην Ελλάδα αυξάνοντας τη ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών μας (τουρισμός, ελληνικά παραδοσιακά αγαθά κ.α.). Ένας ακόμη λόγος που αυξήθηκαν οι εξαγωγές μας περισσότερο (ως αξία) με το ευρώ είναι ότι αυξήθηκαν οι τιμές των προϊόντων μας, αφού το νέο νόμισμα ήταν ακριβότερο σε σχέση με τη δραχμή. Βέβαια, θα πρέπει να επισημανθεί, ότι περίπου το 35% της αξίας των εξαγωγών αποτελούν προϊόντα του πετρελαίου, πράγμα που σημαίνει ότι το 1/3 των χρημάτων που μπαίνουν στη χώρα μας αποτελεί εισόδημα λίγων και συγκεκριμένων ανθρώπων. Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση των εξαγωγών μας δεν είναι τόσο αποτελεσματική όσο θα έπρεπε. Βλέπουμε όμως, ότι αυξήθηκαν και οι εισαγωγές και μάλιστα πολύ περισσότερο σε σχέση με την περίοδο προ του ευρώ. Όπως ειπώθηκε παραπάνω, ο υψηλός πληθωρισμός μετά την καθιέρωση του ευρώ στην Ελλάδα και τα χαμηλά επιτόκια έκαναν ακριβότερα τα εγχώρια προϊόντα σε σχέση με την ποιότητά τους και οι καταναλωτές στράφηκαν προς τα ξένα προϊόντα με αποτέλεσμα την υπερβολική αύξηση των εισαγωγών (αλλαγή καταναλωτικού προτύπου). Οι επιχειρήσεις, προκειμένου να ικανοποιήσουν τη νέα εγχώρια ζήτηση, άρχισαν να εισάγουν ελεύθερα πλέον (δεν υπήρχαν δασμοί) τα προϊόντα που επιθυμούσε το νέο καταναλωτικό κοινό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί το εμπορικό μας έλλειμμα (Εισαγωγές  > Εξαγωγές) αρκετά συγκριτικά με την εποχή της δραχμής. Βέβαια, η επιδείνωση του εμπορικού ελλείμματος οφείλεται και σε άλλους λόγους πέρα από το ευρώ, όπως αύξηση της τιμής του πετρελαίου, αύξηση δημοσίων δαπανών, Ολυμπιακοί Αγώνες (2004) κ.α. 



 Οι μικρότεροι ρυθμοί εξαγωγών την περίοδο 1980 – 2000, παρά τις συνεχείς υποτιμήσεις τις δραχμής, οφείλονται στο γεγονός ότι δεν παράγονταν προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας [2] . Το βασικό γνώρισμα της ελληνικής οικονομίας είναι ότι αυτή παρήγαγε και εξακολουθεί να παράγει προϊόντα μικρής προστιθέμενης αξίας, με την έννοια ότι πρόκειται για βασικά αγαθά, τα οποία εξάγονται σε ακατέργαστη και πρωτογενή μορφή χωρίς να υφίστανται καμία περαιτέρω επεξεργασία επί ελληνικού εδάφους, γεγονός που θα αύξανε το οικονομικό όφελος των εξαγωγών για την ελληνική οικονομία και θα συνέβαλε στην ανάδειξη επώνυμων ελληνικών προϊόντων. Σήμερα η Ελλάδα βρίσκεται στην 54η θέση στην παγκόσμια κατάταξη με βάση το δείκτη εξειδίκευσης εξαγόμενων εμπορευμάτων. Σύμφωνα με τους δείκτες συγκριτικού πλεονεκτήματος, η Ελλάδα επικεντρώνεται σε εξαγωγές αγαθών, όπως καπνό, είδη διατροφής, γεωργικά προϊόντα, ακατέργαστα γουναρικά και υφαντικές ίνες, καθώς και ορυκτά και μεταλλεύματα. Επομένως, θα πρέπει να δοθεί έμφαση στην περαιτέρω εγχώρια επεξεργασία των προϊόντων, μεταλλευμάτων και αγροτικής παραγωγής (αύξηση δηλαδή της ελληνικής προστιθέμενης αξίας), στα οποία η Ελλάδα έχει συγκριτικό πλεονέκτημα, με ταυτόχρονη ανάδειξη ελληνικών επώνυμων προϊόντων, τα οποία θα μπορέσουν να ενσωματώσουν υψηλότερα περιθώρια κέρδους, απαλλάσσοντας τις ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις από το συνεχή ανταγωνισμό με χώρες χαμηλού εργατικού κόστους. Επιπλέον,  στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και μετά, η ελληνική βιομηχανία άρχισε να παρακμάζει, με αποτέλεσμα πολλά εργοστάσια να κλείσουν και οι ελληνικές εξαγωγές να μειωθούν κατακόρυφα. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η Ελλάδα παρήγαγε δικά της μηχανοκίνητα οχήματα και τα έστελνε στο εξωτερικό. Επομένως η κατάρρευση της ελληνικής βιομηχανίας αποτέλεσε ένα τεράστιο πλήγμα για τις ελληνικές εξαγωγές. Βέβαια πρέπει να τονίσουμε το γεγονός ότι σημαντική ανάκαμψη δε μπορεί να προέλθει από την αύξηση των εξαγωγών, αλλά από την εγχώρια παραγωγή και κατανάλωση με αντικατάσταση εισαγωγών και αλλαγή βιοτικού επιπέδου και αυτό γιατί η σημαντική αύξηση του ΑΕΠ μέσω εξαγωγών απαιτεί προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, που με τη σειρά τους απαιτούν υψηλή τεχνολογία και τεχνογνωσία, υψηλή εξειδίκευση κλπ., πράγματα που δε μπορεί εύκολα και άμεσα να πετύχει η Ελλάδα. 
Συνεχίζοντας, θα αναφερθούμε σε μερικά ακόμα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα του ευρώ. Αρχικά, ένα σημαντικό πλεονέκτημα είναι η ανάπτυξη της αίσθησης της ενότητας μεταξύ των χωρών μελών και η δυνατότητα ανταγωνισμού στο διεθνές πολιτικό-οικονομικό σκηνικό με το δολάριο και το γιεν. Τα κράτη μέλη μπορούν να διακρατούν λιγότερα αποθεματικά ως ποσότητα και λιγότερο διαφοροποιημένα από ότι πριν (έμμεση απελευθέρωση πόρων για επενδύσεις). Ταυτόχρονα, τα υπόλοιπα κράτη που αυξάνουν τα αποθεματικά τους σε ευρώ, θα προσδώσουν μεγαλύτερη σημασία και επιρροή στο κοινό νόμισμα και στην ΕΕ. Επιπλέον, η ελεύθερη κινητικότητα εργασίας αποτελεί ένα θετικό προϊόν της νομισματικής ένωσης. Το πιο σημαντικό κόστος από την εισαγωγή του κοινού νομίσματος είναι ότι τα συμμετέχοντα ευρωπαϊκά κράτη δεν μπορούν πλέον να ασκούν τη δική τους νομισματική πολιτική. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) με τη συμμετοχή των χωρών της ζώνης του ευρώ καθορίζει μια ενιαία νομισματική πολιτική για όλη την ευρωζώνη. Οι κεντρικές τράπεζες των χωρών της ευρωζώνης ελέγχουν τις τοπικές συνθήκες, αλλά δεν ασκούν καμία επιρροή στην προσφορά χρήματος και τα επιτόκια. Έτσι, αν  μια χώρα ανησυχεί για τον πληθωρισμό και μια άλλη βρίσκεται σε ύφεση, η κοινή νομισματική πολιτική δε μπορεί να λύσει τα προβλήματα. Τέλος, οι οικονομίες εντός της νομισματικής ένωσης δεν έχουν την ίδια δημοσιονομική πολιτική, γεγονός που δεν αφήνει τις οικονομίες να συγκλίνουν (αυτό οδηγεί σε στρεβλώσεις).
Κλείνοντας, πρέπει να επισημάνουμε ότι η Ελλάδα ανέκαθεν αντιμετώπιζε δίδυμα ελλείμματα και μπαίνοντας στο ευρώ άδραξε την ευκαιρία να δανείζεται φθηνό χρήμα προκειμένου να αποπληρώνει τα τοκοχρεολύσια που την βάραιναν επί χρόνια. Κανείς όμως δε σκέφτηκε ότι έπρεπε πριν μπούμε ή αφότου μπούμε να προβούμε σε διαρθρωτικές αλλαγές, όπως μείωση της γραφειοκρατίας, άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων, σταθερό και «δίκαιο» φορολογικό σύστημα, σύνδεση πανεπιστημίων με αγορά εργασίας και ενίσχυση της έρευνας από αυτά κλπ, ώστε να μπορέσουμε να ανταγωνιστούμε τα υπόλοιπα κράτη μέλη και να ενταχθούμε πραγματικά στην Ευρωζώνη και όχι να είμαστε ουραγοί. Αργά ή γρήγορα, ακόμα και αν δεν προέκυπτε η παγκόσμια κρίση, η Ελλάδα θα βρισκόταν σε αυτή την κατάσταση που η ίδια δημιούργησε. Δεν είναι ορθολογικό να λέμε ότι φταίει τα πολιτικό σύστημα από τη στιγμή που εμείς οι ίδιοι ψηφίζουμε το στρεβλό κομμάτι του, ενώ βλέπουμε ότι δε σημειώνεται καμία πρόοδος. Υπάρχει όμως και το υγιές πολιτικό σύστημα, αρκεί να ξεκινήσουμε να βλέπουμε και να κρίνουμε καταστάσεις ορθά και όχι απλά να κοιτάζουμε παθητικά τα τεκταινόμενα. Επομένως, γίνεται αντιληπτό ότι το μείζων πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι το νόμισμα της, αλλά σημαντικότεροι παράγοντες, οι οποίοι έχουν αφετηρία εμάς.





Το 1980 ήταν 1 δολάριο προς 42,64 δραχμές, το 1987  ήταν 1 δολάριο προς 135,18 δραχμές και το 1992  η ισοτιμία αυτή ανερχόταν σε 190,47 δραχμές. Τέλος, το 2000 αυτή η ισοτιμία άγγιζε τις 308,93 δραχμές

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου