Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Χρηματοπιστωτικές φούσκες και οικονομική κρίση


Η παγκόσμια κρίση την οποία ζούμε έχει ως κύρια αιτία της τον υπερβολικό δανεισμό κρατών, επιχειρήσεων και ιδιωτών. Το μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης του Δυτικού κόσμου βασίστηκε στο δανεισμό και συγκεκριμένα στην ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να πολλαπλασιάζει το χρήμα (υπάρχει σχετικό άρθρο εδώ[1], για το πώς πολλαπλασιάζεται το χρήμα). Όταν η οικονομία πηγαίνει καλά, το χρήμα κυκλοφορεί στην αγορά, αγαθά αγοράζονται συνεχώς, η επενδυτική δραστηριότητα αυξάνεται, τα εισοδήματα και οι αποταμιεύσεις έχουν ενισχυθεί και επομένως το ΑΕΠ αυξάνεται.
(Διαβάστε το σχετικό άρθρο, που παρουσιάζει το πώς πολλαπλασιάζει - παράγει χρήμα το χρηματοπιστωτικό σύστημα, για να γίνει πιο κατανοητή η ανάλυση που ακολουθεί)
Η παραπάνω λειτουργία του τραπεζικού συστήματος (περιγράφεται στον προαναφερθέντα σύνδεσμο 1) εμπεριέχει και ορισμένους κινδύνους. Ας υποθέσουμε για παράδειγμα ότι μια τράπεζα έχει 100 ευρώ χρηματικά διαθέσιμα. Εν συνεχεία, ορισμένοι πελάτες της τράπεζας αποφασίζουν να κάνουν μαζικές αναλήψεις, οι οποίες είναι μεγαλύτερες των 100 ευρώ, δηλαδή του ρευστού που έχει η τράπεζα στο ταμείο της. Σε αυτή την περίπτωση η τράπεζα μπορεί είτε να δανειστεί τα κεφάλαια που της χρειάζονται από μια άλλη τράπεζα η οποία είναι πλεονασματική (μέσω της διατραπεζικής αγοράς χρήματος) είτε να δανειστεί χρήματα από την Κεντρική Τράπεζα, η οποία αποτελεί τον έσχατο δανειστή (lender of last resort).
Τι θα συμβεί όμως αν η οικονομία αντιμετωπίσει ύφεση ; Σε αυτή την περίπτωση οι άνθρωποι δεν έχουν αρκετό εισόδημα, ώστε να αποπληρώσουν τα δάνεια τους, και οι τράπεζες ζημιώνονται. Θα πρέπει λοιπόν να βρεθεί τρόπος, ώστε αυτά τα κεφάλαια να επιστραφούν στα ταμεία της τράπεζας. Αν τα δάνεια έχουν εξασφαλίσεις, όπως για παράδειγμα υποθήκη σπιτιού, η τράπεζα μπορεί να πάρει το σπίτι και να το ρευστοποιήσει πουλώντας το σε κάποιον. Όμως όταν η ζημία είναι πολύ μεγάλη και πρέπει να βρεθούν περισσότερα κεφάλαια, η τράπεζα πρέπει να ¨τραβήξει¨ λεφτά από τα ίδια κεφάλαιά της. Αν για παράδειγμα η τράπεζα έχει χορηγήσει δάνεια ύψους 1500 ευρώ και έχει ίδια κεφάλαια 1000, αυτό σημαίνει ότι η ζημία δε μπορεί να καλυφθεί με τα δικά της κεφάλαια. Όταν η οικονομία έχει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης αυτό δεν είναι πολύ σημαντικό πρόβλημα, γιατί το χρήμα κυκλοφορεί στην αγορά και οι άνθρωποι έχουν εισοδήματα, άρα μπορούν να αποπληρώσουν και τα δάνεια τους. Η τράπεζα θα έχει την απαιτούμενη ρευστότητα και όλα θα βαίνουν καλώς, αφού αυτή θα έχει σημαντικά κέρδη και θα μπορεί να καλύπτει τις πιθανές ζημίες.       
Ο παραπάνω τρόπος λειτουργίας της τράπεζας ονομάζεται μόχλευση[2]. Οι τράπεζες δηλαδή έχουν λίγα ίδια κεφάλαια και δανείζουν τα χρήματα των καταθετών. Με αυτόν τον τρόπο διαχειρίζονται σωστά τα χρήματα των αποταμιευτών, αφού σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν δεσμευμένα και μη τοκοφόρα χρήματα. Επίσης, οι τράπεζες μπορούν να πετύχουν υψηλά κέρδη, γεγονός που θα συμβάλει στην αύξηση της εμπιστοσύνης των αποταμιευτών απέναντι στις τράπεζες και στη συνέχεια στην παροχή περισσότερων δανείων για επενδυτική ή άλλη δραστηριότητα.  Ας δώσουμε ένα παράδειγμα για να γίνουν πιο κατανοητά τα οφέλη της μόχλευσης. Έστω ότι η τράπεζα αγοράζει από τους καταθέτες χρήμα με επιτόκιο 2% (αποταμίευση) και ότι το δανείζει με 6%. Αυτό σημαίνει ότι από τα ξένα κεφάλαια (των καταθετών) βγάζει ένα κέρδος 4% (για απλοποίηση δε συμπεριλαμβάνονται λειτουργικά κόστη, ζημίες και λοιπές επιβαρύνσεις). Αν η τράπεζα έχει δώσει δάνεια 2000 ευρώ (ενός χρόνου), τότε αποκομίζει κέρδος 80 ευρώ το χρόνο. Επιπλέον, ας υποθέσουμε ότι έχει ίδια κεφάλαια 1000 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι έχει ετήσια απόδοση 8% στα δικά της κεφάλαια.
Παρατηρούμε ότι όσο μικρότερα είναι τα ίδια κεφάλαια της τράπεζας τόσο μεγαλύτερη είναι η απόδοση που πετυχαίνει. Όπως είπαμε παραπάνω, όταν η οικονομία πηγαίνει καλά, τα λίγα ίδια κεφάλαια δεν αποτελούν πρόβλημα για την ομαλή λειτουργία των τραπεζών και κατ’ επέκταση της οικονομίας. Σε περιόδους άνθησης λοιπόν, οι τράπεζες αναλαμβάνουν κινδύνους, όπως για παράδειγμα η παροχή δανείων σε χαμηλής φερεγγυότητας άτομα ή επιχειρήσεις, γιατί υπάρχουν εισοδήματα και ξέρουν ότι τα δάνεια θα αποπληρωθούν, αυξάνοντας έτσι την κερδοφορία τους. Όσο συνεχίζεται αυτή η κατάσταση δημιουργείται μια πιστωτική φούσκα, η οποία, όταν η οικονομία μπει σε ύφεση, θα σκάσει προκαλώντας σοβαρά προβλήματα στην οικονομία. Οι ζημίες της τράπεζας θα είναι τόσο μεγάλες (εξαρτάται βέβαια και από το μέγεθος της ύφεσης) που τα ίδια κεφάλαια της δε θα είναι αρκετά, ώστε να τις καλύψουν. Άμεση συνέπεια του παραπάνω φαινομένου είναι να κλείσουν επιχειρήσεις (κυρίως οι μικρές), αφού δε μπορούν πλέον να αποπληρώσουν τα δάνεια τους,  γεγονός που θα πυροδοτήσει μια αλυσιδωτή χρεοκοπία επιχειρήσεων. Ακολούθως, είναι εύκολο να χρεοκοπήσουν και οι τράπεζες ,αφού δε θα μπορούν να καλυφθούν οι ζημίες τους. Αυτό σημαίνει με λίγα λόγια ότι τα ίδια κεφάλαιά τους θα γίνουν μηδέν ή και αρνητικά. Αρνητικά σημαίνει ότι οι καταθέσεις δεν είναι πλέον ασφαλείς. Όσο η κρίση βαθαίνει και αν τα ίδια κεφάλαια δε γίνουν αρνητικά, τότε το πιθανότερο είναι να γίνει μαζική ανάληψη καταθέσεων (bank run) και το τραπεζικό σύστημα να καταρρεύσει.
Η μοναδική λύση γι’ αυτήν την κατάσταση είναι η γνωστή σε όλους μας πλέον ανακεφαλαιοποίηση, δηλαδή η αναπλήρωση των χαμένων κεφαλαίων της τράπεζας ή των τραπεζών που χρεοκόπησαν. Έτσι, οι καταθέσεις που είχαν πληχθεί θα αποκατασταθούν και οι άνθρωποι θα μπορούν να κάνουν αναλήψεις και η λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος θα αποκατασταθεί. Βέβαια, το τίμημα της ανακεφαλαιοποίησης είναι μεγάλο και το βάρος της αβάστακτο με καταστροφικές μακροπρόθεσμες συνέπειες για την οικονομία μιας χώρας.    

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου